Μέρα 1η

Τελείωσαν τα ψέμματα! Σε 26 μέρες πρέπει να αδειάζω τη γωνιά. Και σήμερα έκανα την αρχή: μέσα σε μια μέρα επιθεώρησα 8 διαμερίσματα στο Βέντιγκ γύρω από τη Λέοπολντ Πλατς.

Γιατί Βέντιγκ; Μα διότι είναι μια από τις πιο ζωντανές περιοχές της πόλης. Η αγορά του κατά μήκος της Μύλερστράσε έχει τα πάντα (ως και μουζικάλιεν έχει (στο Ράτχάους, για όσους ενδιαφέρονται), πράγμα που –περιέργως– σπανίζει σ’ αυτήν την πόλη). Διότι έχει ένα σωρό τουρκικά σούπερ μάρκετ, να πάρουμε τις ελίτσες μας, τη φετούλα μας, κάνα φύλλο να κάνουμε σπανακόπιτα να λαδώσουμε τ’ αντεράκι μας, ρε παιδιά! Διότι οι άνθρωποι εδώ ούτε μικροαστοί είναι (όπως λ.χ. προς δύσιν μεριά) ούτε εχθρικοί προς τους ξένους (όπως λ.χ. προς ανατολήν μεριά). Διότι η πράις-λάιστουνγς φερχέλτνις είναι από τις πιο οπτιμάλ της πόλης. Διότι η πρόσβαση στα κυριότερα σημεία της πόλης με τη συγκοινωνία είναι γρήγορη και εύκολη. Ε, και τέλος, διότι σ’ ολόκληρο το Βερολίνο, το Βέντιγκ είναι η μόνη περιοχή όπου νιώθω στο σπίτι μου. Εδώ έζησα τρία χρόνια, πέρασα στιγμές υπέροχες, και στιγμές δυστυχίας και απόγνωσης. Πού αλλού μπορεί να νιώθει κανείς περισσότερο στο σπίτι του;

Αρχικώς πήγα να δω ένα στην Κιάουτσου. Δεν ήρθε. Χτύπησα, χτύπησα στου επιστάτη, τίποτε. Δεν πειράζει, πήρα το δρόμο προς την Ουτρέχτερ Στράσε. Πριν τη Λέοπολντ Πλατς, πέρασα έξω από ένα τούρκικο φουρνάρικο και με χτύπησε η μυρωδιά του ψημένου ψωμιού στη μύτη… Αααχ, πατρίδα… Είχα ξεχάσει ότι υπάρχει αυτή η μυρωδιά. Όπως και η μυρωδιά του ζαχαροπλαστείου, μόλις πέρασα έξω από ένα. μμμmmmMMMmmmμμμ… Αυτό είναι! Μόνο στο Βέντιγκ (άντε, ίσως και στο Κρόιτσμπερκ) βρίσκεις ό,τι βρίσκεις και στην Ελλάδα (η θάλασσα, εξαιρείται).

Αρχικώς είδα ένα διαμέρισμα στην Ουτρέχτερ Στράσε, ισόγειο. Ήταν καλυμμένο με μια παλιά, βρώμικη μοκέτα που βρωμούσε. Καταθλιπτικό. Αμάν ρε παιδιά, καθαρίστε το πιο πριν, συγυρίστε το, άνθρωποι θα μπουν να το δουν και να μείνουν! Έλεος!

Πήγα σε μια τηλεφωνική καμπίνα και πήρα τηλέφωνο κι άλλους, να γεμίσω τα κενά. Έκλεισα ένα για το απόγευμα (στη Φέεμαρνερ).

Στη συνέχεια, είδα δύο στην Αμστερντάμερ (γωνία Τουρίνερ). Τι κακοφτιαγμένο… Εκτός από το κύριο δωμάτιο, όλοι οι άλλοι χώροι, τρίγωνα και τραπέζια… Σε σπίτι θα μείνουμε ή θα παίζουμε τανγκράμ; Απορρίπτεται, φερσνίτεν, φερσνίτεν! Είχα αρχίσει να νιώθω το κεφάλι μου τριγωνικό…

Μέχρι να δώ το επόμενο, πήγα στη Ζέεστράσε, στο Σεράι και παρήγγειλα έναν τουρκικό καφέ. Πριν την πρώτη γουλιά, τον έφερα στη μύτη και πήρα τζούρα… Αμέσως ήρθαν φλας μπακ από καλοκαίρια στην Ελλάδα, στην Αντίπαρο όταν ήπια έναν γκαϊβέ, μόλις άραξα, ένα κάπου αλλού (δε θυμάμαι τώρα) και τον απόλαυσα. Και πήρα κι άλλον έναν. Να, γιατί Βέντιγκ, για όσους δεν κατάλαβαν ακόμα.

Το επόμενο, στην Ουτρέχτερ πάλι, σχεδόν δίπλα στη Μύλερστράσε, μου άρεσε πολύ. 3ος όροφος, πλευρικό κτίριο. Ήσυχο και κάργα μέσα στην αγορά, ανάμεσα σε Ζέεστράσε και Λέοπολντ Πλατς. Και η επιστάτρια, συμπαθής. Κι αυτή φαίνεται να με συμπάθησε· άλλωστε ήμουν πολύ περιποιημένος: ξυρισμένος, με το ζελεδάκι στα μαλλιά, με τις μπουκλίτσες μου, με την ομπρελίτσα μου, με σικάτο ντύσιμο, απαλή και γλυκειά φωνή και τα τοιαῦτα. Θέλω όμως να το ξαναδώ, να σιγουρέψω ότι δεν περνάν τίποτε εξαερισμοί από τον ακάλυπτο.

Η διάθεσή μου ήταν παραδείσια. Βγαίνεις από το διαμέρισμα και είσαι μέσα στον παράδεισο των αγαθών, μέσα σε κοσμοθάλασσα. Όχι όπως εδώ, στην ερημιά! Έχω να ανακτήσω πολλά, πάρα πολλά! Ich habe viel nachzuholen!

Ήταν 2.μ.μ. και είχα δυόμισι ώρες καιρό. Διάλειμμα για φαΐ. Πήρα τον υπόγειο και τσουπ στο Χάλεσες Τορ (ένα κάτσενσπρουνγκ από το Βέντιγκ). Έφαγα σε ένα εστιατόριο και μετά διάβασα διάφορες ιστορίες του Σακελλάριου στην AGB (η μεγάλη δημοτική βιβλιοθήκη).

Πάλι πίσω στο Βέντιγκ για ένα διαμέρισμα στην Μαλπλακέ. Ίσως το λιπαρό φαΐ, ίσως η μπυρίτσα, ίσως η κούραση μου έριξαν τη διάθεση. Δεν πειράζει! Το διαμέρισμα δε μου πολυάρεσε. Ένα κομμάτι τού κυρίως δωματίου δεν το έβλεπε το παράθυρο και αυτή η σκοτεινή γωνιά (για τηλεόραση μάλλον) με ξίνισε. Κατά τα άλλα, οκ.

Έπειτα είδα ένα στην Φέεμαρνερ. Εντάξει, το πάτωμα με σανίδι (γκεσλίφεν), αλλά το ντους, στην κουζίνα και η δε τουαλέτα, φρικτή (μια σκοτεινή τρύπα)! Και άβολη συγκοινωνία (θέλω να είμαι πάνω στην U6, για πιο εύκολη πρόσβαση στο Χούμπολτ –το οποίο είναι… αμ αρς ντερ βελτ κι ακόμα παραπέρα!…).

Τρέχοντας, έφτασα τέλος στο τέλος της Λούξενμπούργκερ, δίπλα στη Λέοπολντ, όπου είδα δύο φτηνά, με μικρές μεταλλικές σόμπες. Και τα δύο, ψηλά (3ος και 4ος, αν θυμάμαι καλά).Στο ισόγειο του κτιρίου του πρώτου, υπήρχε η κουζίνα (με μόνιμη ανοικτή πόρτα) ενός εστιατορίου και η μυρωδιά των καμμένων λαδιών έφτανε ως πάνω (μόλις έβγαινες από το διαμέρισμα, το μύριζες και σου ρχόταν ε-μπιπ-). Ανοίγοντας το παράθυρο, άκουγες τον βόμβο των εξαερισμών διαφόρων μαγαζιών. Χάλια, χάλια…

Το μέτρο μου είναι το διαμέρισμα ενός καλού φίλου που μένει εκεί κοντά. Μέχρι τώρα δεν βρήκα κάτι καλύτερο για τα ίδια λεφτά. Για να δούμε…

Αυτά για αρχή. Παραμένουμε αισιόδοξοι!

4 Responses to “Μέρα 1η”

  1. Nasios says:

    Καλό κουράγιο! Και καλή αναζήτηση! Μήπως το ταξίδι αποδεικνύεται πιο όμορφο και από την Ιθάκη;

  2. Πού να σου δείξω και ένα τούρκικο μαγαζί που ανακάλυψα πρόσφατα, δίπλα στο ταχυδρομείο στην Γκερίχτστράσσε. Καταπληκτικά πιροσκί με διαφορετική γέμιση, το αγαπημένο μου με φέτα και ελιές, πασπαλισμένα με σουσάμι, να μοσχοβολούν τόσο, που πας να πάρεις γράμμα και τα πόδια σου λοξοδρομούν αριστερά.

  3. droseltis says:

    @Nasios:

    Σ’ ευχαριστώ για τις ευχές σου!

    Το ταξίδι είναι κουραστικό και αγχωτικό λόγω της χρονικής πίεσης. Αν η Ιθάκη είναι λιγότερο όμορφη απ’ το ταξίδι, τότε… την πατήσαμε!

    @wonderfully.unpredictable:

    Ε, δείξτο μου!

  4. Nasios says:

    @droseltis:

    Έχεις δίκαιο – αλλά μπορείς και περιγράφεις την αναζήτηση ως πολύ ενδιαφέρουσα περιπέτεια – και σίγουρα, όταν στεφθεί από επιτυχία και ξεκουρασθείς λιγάκι, θα αναπολείς αυτά που τώρα σε κουράζουν και σε εκνευρίζουν. Καλή συνέχεια!