Μέρα 7η: Λύττιχερ και ποδήλατο

[Η αρίθμηση δεν είναι λάθος· έβαλα τον ίδιο αριθμό στις δυο Γουινέες, αλλά θα τις αφήσω όπως είναι, τίτλους δεν αλλάζω.]

Σήμερα οι επιθεωρήσεις έγιναν πιο ευχάριστα: έβαλα το κράνος μου, έδεσα τα μπατζάκια μου και καβάλησα το ποδήλατό μου. Με τον υπέργειο έφτασα στην Φρίντριχστράσε στις 11:50 και σε 10 λεπτά ήμουν στο πρώτο ραντεβού, Λύττιχερ (γωνία Μπρύσελερ).

Τώρα θα μου πείτε: «και γιατί, καημένε, δεν έπαιρνες το ποδήλατο και τις προηγούμενες ημέρες, να μην ξεραινόσουν στο περπάτημα;». Η απάντηση είναι, ότι χτες άρχισε το καλοκαίρι (και αύριο τελειώνει), πριν είχαμε φθινόπωρο. 4-5 βρόχες θα τις έριχνε στα καλά καθούμενα κάθε μέρα, και άντε τώρα συ κάνε ποδήλατο, με ομπρέλα, με τσάντα με χαρτιά, να σε πιτσιλάνε τα αυτοκίνητα και δε συμμαζεύεται…

Ένας καταϊδρωμένος μεσίτης μου έδειξε 2 διαμερίσματα, πλευρικά, ένα στο ισόγειο και ένα στον τελευταίο (4ος), ακριβώς από πάνω. Το πρώτο, αρκετά σκοτεινό, αλλά με ντουλάπια σε κουζίνα και τουαλέτα. Το δεύτερο, φωτεινό, χωρίς ντουλάπια. Βλέπει πολύ ουρανό. Ο μεσίτης δεν απάντησε σχεδόν σε καμία ερώτηση· πηγαινοερχόταν να δει αν ήρθαν άλλοι (μόνο εγώ και ένας πολύ στιλάτος Τούρκος είχαν έρθει) και δεν είχε ιδέα: «ό,τι ερωτήσεις έχετε, στη διαχείριση». Αυτός ήξερε μόνο την τιμή και την επιφάνεια. Το κοίταξα πολύ προσεκτικά, αν και βιαστικά (ο μεσίτης ήταν πολύ αναστατωμένος, είχε να πάει και αλλού μάλλον, και είχε σκάσει από το πηγαινέλα και από τον καύσωνα). Μου έδωσε μία αίτηση που συμπλήρωσα αμέσως και μου είπε πως αύριο θα αποφασιστεί σε ποιον θα δοθεί. Μου φάνηκε πολύ παράξενο· ούτε υπογραφή στην αίτηση, ούτε κανένα χαρτί δεν ζήτησαν, τίποτε! Έλεγε ότι η διαχείριση θέλει να το νοικιάσει το γρηγορότερο. Βρε λες να υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο…

Κατέβηκα στην αυλή και την επιθεώρησα με εξαιρετική σχολαστικότητα. Δεν υπήρχε χώρος για ποδήλατα και τα διάφορα ποδήλατα ήταν δεμένα εδώ κι εκεί. Πολλά παιδικά ποδήλατα κείτονταν σε διάφορα σημεία. Γύρω γύρω είχε ωραία μπαλκόνια, που μου δημιουργούσαν την αίσθηση «της γειτονιάς», έτσι όταν θέλεις να βλέπεις γνωστούς ανθρώπους σ’ αυτά τα μπαλκόνια το πρωί, και να τους χαιρετάς πριν πας στη δουλειά, ή στη σχολή. Είχα την εντύπωση ότι κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν και στην παλιά αστική Ελλάδα. Όμως άνθρωποι δεν φαίνονταν, ακούγονταν μόνο κάτι λίγες φωνές (ίσως είχαν πάει όλοι στη λίμνη).

Ο διάδρομος που οδηγούσε στην αυλή είχε ένα σωρό πεταμένες διαφημίσεις στο πάτωμα. Επίσης, μου έκανε εντύπωση ένα τρένο με 6-7 παιδικά καροτσάκια μετά την είσοδο. Πολλές οικογένειες. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό.

Αριστερά από την είσοδο είναι ένα μαγαζί με διάφορες παιδικές ζωγραφιές στο τζάμι που ονομάζεται «Πινόκιο». Μάλλον παιδικός σταθμός, οπότε τα πρωινά θα έχει πολλές φωνές ως την αυλή.

Έπειτα περπάτησα με το ποδήλατο ως τη Ζέεστράσε, για να δω πόσο χρόνο χρειάζομαι ως τον υπόγειο. Τίποτα, 6,5 λεπτά. Καβάλησα το ποδήλατο και πήγα στην Γουινέα (οι Γερμανοί τη λεν «Γκινέα»). Η Γκινέα είναι η συνέχεια της Λύττιχερ, πάνω από τη Ζέεστράσε. Έριξα κι εκεί μια ματιά στην πρόσοψη του κτιρίου που με ενδιαφέρει, στη γειτονιά, και έφυγα βολίδα για το πάρκο Ρέεμπέργκε.

Ήθελα ν’ ακούσω έναν υπέροχο ήχο που είχα ακούσει παλαιότερα, έτσι όπως τον άκουσα και τότε, και ήμουν σίγουρος ότι θα τον άκουγα, λόγω του καύσωνα. Στο πάρκο αυτό υπάρχει μια λίμνη, η Πλαίτσενζέε. Πλησιάζοντας από την ανατολική όχθη, η λίμνη δεν φαίνεται, διότι την κρύβει η πυκνή βλάστηση. Όμως ακούγονται από μακριά οι κραυγές, τα γέλια και οι παφλασμοί των λουομένων που βρίσκονται στην δυτική όχθη. Προσεγγίζοντας ένα ξέφωτο στα βορειοανατολικά, ο ήχος αυτός γίνεται όλο και πιο δυνατός, χωρίς να φαίνονται οι άνθρωποι, και καταλήγει σε πανζουρλισμό όταν φτάσεις σ’ αυτό το ξέφωτο. Από ‘κει φαίνονται και οι λουόμενοι. Η διαδικασία αυτή είναι πραγματικά υπέροχη και προκαλεί αυτομάτως χαμόγελο σε όποιον το ακούει.

Κάθησα σ’ ένα παγκάκι στη βορειοδυτική πλευρά και σκεφτόμουν. Ζύγιζα τα συν και τα πλην των δύο διαμερισμάτων, Λύττιχερ / Γκινέα. Τι θα κάνω αν με δεχτούν και στα δύο; Και τα δύο έχουν πολλά συν, εκεί που το άλλο δεν έχει. Μάλλον έκλινα προς τη Γκινέα.

Έπειτα πετάχτηκα στο αγαπημένο μου σημείο, σ’ ένα παγκάκι δίπλα στο Μαίβεν Ζέε, μια μικρή λιμνούλα, και χάζευα τις πάπιες.

Ξαναπήρα το ποδήλατο, ξαναπέρασα από την Γκινέα, τη Λύττιχερ, και εκεί παρατήρησα πως δίπλα στον «Πινόκιο» έχει ένα σχολείο, και τι σχολείο: Γκεζάμτ-σούλε! Εδώ που μένω, είμαι δίπλα σε δημοτικό, και τα παιδιά, όταν έχουν διάλειμμα (τα διαλείμματα εδώ είναι μέχρι 45′), ξελαρυγγιάζονται κυριολεκτικά, δεν θα ήθελα να το ξαναζήσω. Εκεί, βέβαια, θα μας χωρίζει τοίχος, και τα παιδιά είναι μεγαλύτερα. Τι να πω, δεν ξέρω…

Πήγα, έφαγα πάλι τον τούρκικο πατσά (με τέτοια ζέστη! είμαι αδιόρθωτος…) και οδήγησα στο Σίλλερ Παρκ. Ανακάλυψα μέρη που δεν ήξερα.

Έπειτα πέρασα από την παλιά μου γειτονιά, στη Λύντεριτς. Περίμενα να νιώσω κάτι, όπως λεν οι δημοσιογράφοι, αλλά δεν ένιωσα τίποτε. Nada, no sentí nada, όπως είπε και ένας Ισπανός συγγραφέας στο μάθημα ισπανικών που είναι για τον αόριστο.

Είχα ακόμα χρόνο ως το επόμενο ραντεβού κι έτσι ξαναπέρασα από το πάρκο Ρέεμπέργκε (με το ποδήλατο οι αποστάσεις είναι μικρές). Οδήγησα και την άραξα κάπου. Στις 15:15 (και όχι στις 15:00, ο υπάλληλος μου είπε πως «η συνάδελφος που θα μας δείξει το διαμέρισμα δεν είναι πολύ επαγγελματική και μπορεί να αργήσει, οπότε ας πούμε στις 15:15») είχα να δω ένα στην Μύλερστράσε, ακριβώς πάνω στην Λέοπολντ Πλατς (διαγωνίως απέναντι απ’ το Κάρστατ, δεύτερη αυλή). Τελικά ο υπάλληλος είχε δίκιο για τη συνάδελφό του: είχε λάθος κλειδιά, κι έτσι τα 3-4 άτομα που είχαμε μαζευτεί δεν είδαμε το διαμέρισμα.

Έριξα όμως μια ματιά στην αυλή. Ο θόρυβος της Μύλερστράσε κοβόταν αρκετά, αλλά τι αυλή ήταν αυτή; ένα σωρό είσοδοι γκαράζ, μπιτόνια στοιβαγμένα, παλιά έπιπλα σε σωρό (μάλλον περίμεναν το σκουπιδιάρικο). Είχες την εντύπωση ότι εκεί τα πρωινά θα πρέπει από δουλειά και θόρυβο να γίνεται της κακομοίρας!

Τη βδομάδα που έρχεται θα ριφθούν τα ζάρια. Ας ελπίσουμε για το καλύτερο.

Comments are closed.