Finito

August 28th, 2007

Αρκετά με το διαμέρισμα. Το βρήκαμε, το νοικιάσαμε, το κατοικούμε, το χαιρόμαστε. Είπαμε τό ‘να, είπαμε τ’ άλλο. Όσοι γουστάρετε να διαβάσετε τη συνέχεια των σκέψεων και των εμπειριών μου για τα μικρά τεκταινόμενα (όπως είπαμε παλαιότερα, για τα μεγάλα υπάρχουν άλλοι, πιο αρμόδιοι), μεταφερθείτε στο νέο ιστολόγιο, ήτοι berlincalendar.

Περί τηλεφώνου

August 20th, 2007

Ίσως κάποιοι να αναρωτιέστε γιατί έχω τώρα μόνο κινητό τηλέφωνο. Θα σας το εξηγήσω λοιπόν κι αυτό.

Όλα άρχισαν την 1η Αυγούστου 2005. Εκείνη την αποφράδα μέρα, λίγες ώρες πριν μετακομίσω από το Βέντινγκ στο Κάρλσχόρστ, είχα πεταχτεί σε ένα μαγαζί της Τέλεκομ για να μεταφέρω τη γραμμή μου (την οποία είχα από το 1997). Όλα εντάξει, κανένα πρόβλημα, σε λίγες μέρες θα έρθει ο τεχνικός στο σπίτι σας για τα σχετικά, κλείνουμε ραντεβού, πληκτρολόγησε όλα τα απαραίτητα, πολύ ωραία, 60€. Μου λέει στο τέλος τέλος. Είχα ξεροκαταπιεί, και ρώτησα αν μια καινούρια γραμμή θα κόστιζε το ίδιο. «Ναι, το ίδιο» μου λέει. Τότε σκέφτηκα: «Μαλάκας θα είμαι, αν στο επόμενο σπίτι παραμείνω πελάτης σας».

Και η ώρα ήρθε (όπως κάθε ώρα, αργά ή γρήγορα). Μόνο το πάγιο, είναι 17,19€ (χωρίς το 19% ΦΠΑ). Μάλιστα πήγα πάλι σε ένα μαγαζί της Τέλεκομ για να δω αν έβαλαν μυαλό, αλλά αυτοί εκεί, 60€. Έστειλα εντολή ακύρωσης της σύνδεσης, και υπέγραψα συμβόλαιο για κινητό με άλλη εταιρεία, που με 20€ το μήνα μπορώ να τηλεφωνώ όλα τα γερμανικά σταθερά και τα κινητά της ίδιας εταιρείας για 0€ το λεπτό. Στα άλλα, βέβαια, κόβονται κώλοι, αλλά με προσοχή, φειδώ. Συν 5€/μήνα για μια πολύ μοντέρνα συσκευή (με κάμερα, bluetooth και τα τοιαύτα).

Τώρα μπορώ να τηλεφωνώ στο Προξενείο και να ακούω την αρχική μελωδία από τους «Πίνακες από μία Έκθεση» με τις ώρες. Να μιλάω με τα εδώ φιλαράκια μου ες αεί. Να παίζω SUDOKU. Και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Βέβαια, με το εξωτερικό τι γίνεται, θα μου πείτε. Για κει, η ίδια εταιρεία πουλάει μια προπληρωμένη κάρτα SIM, που είναι αρκετά οικονομική (3 φορές πιο ακριβά από σταθερό με κωδικό, αλλά ίσως η μόνη λύση): 0,57€ το τηλεφώνημα και 0,09€ το λεπτό. Εντάξει, δεν είναι για να καλατσhεύομε (που λεν και ’ς ’ον Πόντον).

Πριν λίγες μέρες πήρα το θρυλικό 2655-. Μια ηχογραφημένη φωνή είπε πως το νούμερο δεν ανήκει σε κάποιον συνδρομητή. Άντε μπράβο!

Amerika II

August 17th, 2007

Σήμερα τέλειωσα το 3ο κεφάλαιο, εκεί που τελειώνει την επίσκεψή του στην τρομερή έπαυλη.

Ο λόγος είναι πολύ απλός, όμως είναι τέτοια η δομή και η εξέλιξη των φράσεων, που πίσω από τις λέξεις ξεδιπλώνεται μια ιδιοφυϊα, μπροστά στην οποία νιώθω δέος και πνευματική ηδονή. Η δε υπόθεση είναι χτισμένη με απίστευτη μαστοριά: εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη, όμως χωρίς να ξεπηδάν στο άσχετο, είναι πολύ καλά προετοιμασμένες. Με απλά μέσα φτιάχνει μια ιστορία, της οποίας τα νήματα πλέκονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, φτιάχνοντας έναν λαβύρινθο που ως δομή αντιστοιχεί στον λαβύρινθο εν είδη πλοκής όπου έχει μπει ο ήρωάς μας από τότε που έφτασε στην Αμερική.

Ο λαβύρινθος αυτός αποτελείται από μικρότερους, τα κεφάλαια του βιβλίου. Το τέλος καθενός αποτελεί μια έξοδο από ένα χώρο του λαβυρίνθου και η αρχή, την εισαγωγή σε έναν άλλο. Κάθε κεφάλαιο διαδραματίζεται σε ένα διαφορετικό μέρος των ΗΠΑ, με διαφορετικά πρόσωπα. Αυτό μου θυμίζει την Παράξενη Διαθήκη του Βερν, ένα επίσης συναρπαστικό βιβλίο γεμάτο μυστήριο.

Amerika

August 15th, 2007

Από το Βέντινγκ ως το Άντλερσχοφ η απόσταση είναι όντως μεγάλη. Ο μέσος χρόνος από την πόρτα στην πόρτα είνια 1h15′. Ευτυχώς χρειάζεται ν’ αλλάξω τρένο μόνο μία φορά. Ευκαιρία λοιπόν για λογοτεχνία.

Amerika, του Φραντς Κάφκα. Εννοείται στο πρωτότυπο. Μόλις τελείωσα το 2ο κεφάλαιο. Προσπαθώ να το διαβάσω πολύ αργά για να μην τελειώσει γρήγορα αυτή η απόλαυση. Διότι πρόκειται για σπάνια απόλαυση.

Ένα μυστήριο πλανάται πάνω από τα παράξενα γεγονότα που περιγράφονται. Ο ήρωάς μας φτάνει στις ΗΠΑ (μάλλον στο 1ο τρίτο του 20ού αι.) και του συμβαίνουν διάφορα κουλά (μέχρι τώρα πολύ ευχάριστα, αλλά παράξενα, πολύ παράξενα…). Ενώ δεν περιγράφεται τίποτε το τρομερό, έχει μεγάλο σασπένς.

Μου θυμίζει έντονα τη Δίκη, στο ότι ο ήρως, παρότι οξύνους, φαίνεται να βιώνει άβουλα τα διάφορα γεγονότα που του συμβαίνουν εν είδει Fatum. Σα να είναι θεατής σε ένα έργο που παίζει τη ζωή του.

Δεν ξέρω αν με έχει επηρεάσει η Δίκη, όμως νιώθω πως υπάρχει κάτι το απειλητικό στην πλοκή. Για να δούμε…

ΟΝΑΡ ΙΙΙ

August 13th, 2007

Το βράδυ της Παρασκευής προς το Σάββατο είδα ένα πολύ ενδιαφέρον και παράξενο όνειρο, το οποίο θα σας διηγηθώ αμέσως τώρα.

Εργαζόμουν –μάλλον ως σκλάβος– σε ένα πελωρίων διαστάσεων μαγειρείο, σε σχήμα κυκλικής στοάς, μέσα στην Γη. Κάποια στιγμή μία γυναίκα ήρθε και την ακολούθησα σε διαδρόμους που οδηγούσαν εκτός της κυκλικής στοάς. Δεν έβλεπα το πρόσωπό της, όμως είχα την αίσθηση πως ήταν η μητέρα της μητέρας μου.

Φτάσαμε σε μια αίθουσα–σπήλαιο, χοντροκομμένα επεξεργασμένη από μέσα. Κρατούσα και ένα είδος λάσπης για να προσφέρω (δεν ξέρω σε ποιον). Μάλιστα πάτησα και κάτι λάσπες σε έναν βούρκο στο κέντρο της αίθουσας. Περνώντας τις, είδα ένα κατασκεύασμα ύψους ενός μέτρου, σε σχήμα ταυ, στο πάνω μέρος του οποίου ήταν στερεωμένη μια μπλε πέτρα που επάνω είχε ένα πολύ ωραίο μάτι, όχι σαν αυτά που έχουν στις ματόπετρες, κανονικό, αμυγδαλωτό (και μάλιστα ήταν δεξί μάτι). Σκέφτηκα «να, ένα τέτοιο μάτι θέλω να πάρω για το δωμάτιό μου. Όμως θα πρέπει να το κρύβω όταν θα έρχονται επισκέπτες».

Ακολούθησα τη γυναίκα, η οποία μου έδωσε ένα πανί να καθαρίσω τις πατούσες μου από τις λάσπες που πάτησα. Κάθησα σε ένα σκαμνί σταυροπόδι, και αυτή στάθηκε δεξιά μου. Τότε άρχισε να ακούγεται μια μουσική, σαν αρχαία, σαν βαρύ (πολύ βαρύ) ρεμπέτικο. Μια γυναικεία φωνή τραγουδούσε αργά σε πολύ χαμηλή περιοχή συνοδευόμενη από ένα πολύ χαμηλό όργανο, νυκτό χορδόφωνο ή κρουστό. Θυμάμαι ακόμα και τώρα τη μελωδία.

Η γυναίκα δεξιά μου είχε πάρει στο δεξί χέρι της ένα μικρό μαστίγιο, και σε κάθε νότα του τραγουδιού χτυπούσε την δεξιά πατούσα μου. Θεέ μου πώς πονούσε!… Κάθε στίχος και 5-6 χτυπήματα, γρήγορα και ρυθμικά. Παύση, άλλα πέντε. Την αγκάλιαζα σπασμωδικά και την παρακαλούσα να σταματήσει, όμως αυτή δεν έδινε σημασία.

Η γυναικεία φωνή στο τραγούδι έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, τα οποία όμως ήταν Ελληνικά. Μνημόνευε τα ονόματα από ένα σωρό παντελώς αγνώστων Ελλήνων φιλοσόφων. Μόνο ένα θυμάμαι: «…του Διογένη.» Δεν επρόκειτο για έναν από τους γνωστούς, τουλάχιστον όχι ο εκ Σινώπης.

Εγώ από την άλλη, καθόμουν και ούτε που πέρασε από το μυαλό μου να σηκωθώ και να φύγω. Είχα την αίσθηση πως γινόταν για κάποιον ανώτερο σκοπό σχετικά με την κοινότητα (στη στοά), αν και για μια στιγμή σκέφτηκα ότι ήταν ένα είδος θεραπευτικής –για μένα– αγωγής.

Η σκέψη μου είχε εστιάσει σε τρία πράγματα: το μαστίγωμα, το τραγούδι, και το ταυ με το μάτι. Κάποια στιγμή δεν άντεξα τον πόνο και ξύπνησα. Είναι απίστευτο, κι όμως, ακόμα ένιωθα τον πόνο στην δεξιά πατούσα μου, ο οποίος πέρασε σιγά σιγά.

Το Βέντινγκ σε φωτογραφίες

August 8th, 2007

Ιδού λοιπόν οι πολυπροσμενόμενες φωτογραφίες. Το γαλάζιο δόντι έκανε το θαύμα του (το πήρα χτες 10€, πολύ εντυπωσιακό). Εντάξει, με το κινητό τις έβγαλα, δεν μπορούσα να εστιάζω και να παίζω με το διάφραγμα. Μην περιμένετε λοιπόν και πολλή καλλιτεχνία.

Επίσης, πολλοί που ξέρουν το Βέντινγκ ίσως αναρωτηθούν αν είναι όντως Βέντινγκ αυτό που βλέπουν. Άλλοι, που δεν το ξέρουν, ίσως ρωτήσουν «μα καλά, πού μένεις, στη Βιέννη;». Κι όμως… Σημασία έχει η όψη που θέλεις να δεις.

Αρχίζουμε. Το σπίτι από την αυλή:

Η οδός μου από την Καμερούνερ:

Η οδός μου από την Τράνσβάαλ:

Από το πάρκο Ρέεμπέργκε.

Αυτές είναι οδοί:

Η λίμνη Plötzensee:

Ποιος είπε ότι ο Πύργος του Άιφελ είναι μόνο στα Φιλιατρά;

Από το Goethe-Park:

Η Brunnenplatz:

Στον τοίχο αυτού του απλού σπιτιού βρίσκεται ένα Hommage a Kadinsky:

Συντριβάνι από την Nettelbeckplatz:

Η εκκλησία τού Αγίου Ιωσήφ, απέναντι από την Max-Josef-Metzger-Platz:

Όναρ ΙΙ

August 6th, 2007

Ήμουν σε ένα διαμέρισμα που μόλις είχα νοικιάσει (3 δωμάτια). Βράδιαζε και βρισκόμουν στην κρεβατοκάμαρα, όταν άνοιξα τα ξύλινα παντζούρια. Είδα έκπληκτος ότι το δωμάτιο είχε μπαλκόνι! Δεν το γνώριζα όταν έπαιρνα το σπίτι· έτσι ήταν ένα δώρο. Βγήκα στο μπαλκόνι· έβλεπε σε έναν πράσινο ακάλυπτο, γύρω γύρω έβλεπες την πίσω κρεμ όψη άλλων πολυκατοικιών, όπως στην Ελλάδα. Δύο νεαροί ράπερ πέρασαν από κάτω, και συμπέρανα ότι ήμουν στο Βερολίνο.

Κοίταξα την εξωτερική όψη και των άλλων δωματίων του διαμερίσματός μου και είδα ότι το διακοσμητικό μπαλκονάκι της κουζίνας άνοιγε και οδηγούσε σε ένα μεγαλύτερο. Η χαρά μου ήταν απίστευτη: όλα τα δωμάτια του σπιτιού μου είχαν μπαλκόνι… Ήθελα να το δείξω και σε κάποιον, αλλά ήμουν μόνος στο σπίτι. Είχα ένα διαμέρισμα που συνδύαζε τα χαρακτηριστικά όλων των διαμερισμάτων που έζησα τα τελευταία 15 χρόνια, και ήταν μάλιστα σε μια λαϊκή συνοικία, όπως αυτό που μένω τώρα, όπως αυτά όπου έζησα στο Χαριλάου! Πήγα στην κουζίνα να το δω.

Στο σπίτι ηχούσε ένα κομμάτι του Γκλας πάνω σε τρία ακκόρντα, σαν τα Transformations, αρκετά παραλλαγμένο (||: ρε- ρε- φα+ (6/4) ντο+ :| |). Ένιωθα ότι εκείνη τη στιγμή πολλά ρεύματα της μοίρας μου είχαν ενωθεί για να σχηματίσουν ένα μεγάλο. Η χαρά ήταν απερίγραπτη.

Τα παντζούρια στην κουζίνα ήταν κλειστά. Μία τεράστια νυκτερινή πεταλούδα πήρε κάτι από το πάτωμα και –χωρίς να ανοίξει τα φτερά της– πέταξε προς τα παντζούρια και έφυγε. Δεν την εμπόδισα. «Έτσι είναι» σκέφτηκα· «Καλοκαίρι».

Τι άλλαξε

August 3rd, 2007

Πολλά άλλαξαν στο Βέντινγκ κατά την απουσία μου. Ευτυχώς όμως, αυτά για τα οποία ήρθα, παρέμειναν, αλλιώς θα ‘ρχομουν; δε θα ‘ρχόμουν!

Ένα πορτοκαλί γυράδικο, το Dönerix, ανακαινίζεται και γίνεται Kafetik. Στη θέση της Schiller Bibliothek υπάρχει τώρα ένα οικόπεδο. Το αγαπημένο μου τουρκικοασιατικό εστιατόριο που έκανε μια τρομερή πάπια κρος, έγινε τώρα κυριλέ ασιάτικο. Πήγαινα χτες στο Μπάουχάους (Τέγκελ) ν’ αγοράσω ένα λάστιχο για το πλυντήριο και φτάνοντας, ρώτησα από που να βγω (από τον υπόγειο) και μου λένε ότι το Μπάουχάους δεν υπάρχει εδώ και 2 χρόνια. Όσο έλειπα, δηλαδή… Και κανείς δεν μου είπε τίποτα! Τς τς τς…

Επίσης, διαπιστώνω ότι η περιοχή γίνεται όλο και πιο κουλ. Το στάνταρ μαγαζί της έννοιας, αυτό με τα ινδικά παρεό, τα στικς και τα διάφορα διακοσμητικά έκανε την παρουσία του στην Καμερούνερ. Επίσης βλέπω συχνά ομο-ζευγαράκια στους δρόμους (δηλαδή, πάει να γίνει Μέρινγκνταμ;). Το ένα φέρνει τ’ άλλο, και να δείτε που σε μερικά χρόνια το Βέντινγκ θα είναι και πολύ ιν. Για όλους τους λόγους που ανέφερα στην πρώτη καταχώριση.

Προσεχώς, θα ανεβάσω διάφορες φωτογραφίες από την περιοχή, που τράβηξα με το κινητό μου. Μόλις πάρω κάνα δέκτη γαλάζιου δοντιού ή κάνα καλώδιο, θα δείτε και ιδίοις όμμασι, τι εστί Βέντινγκ.

Ολική Επαναφορά

July 31st, 2007

Είναι Zeus’ anathema να μετακομίζεις μόνος. Να ψάχνεις για έπιπλα μόνος, να αναθέτεις μεταφορές επίπλων μόνος, να κουβαλάς μόνος, να τρέχεις πάνω κάτω στην πόλη παραμελώντας τις δουλειές σου μόνος. Την μετακόμιση την πληρώνεις είτε με λεφτά, είτε με χρόνο και ταλαιπωρία, είτε με υποχρέωση. Στην δική μου περίπτωση βρήκα το όπτιμουμ και από τα τρία και πληρώνω μ’ αυτό, πάλι καλά.

25 του μηνός παρήγγειλα ντουλάπια κουζίνας από γνωστή (για τους εδώ) εταιρεία για το Σάββατο. Την άλλη μέρα παίρνω τηλέφωνο στην εταιρία μεταφοράς (η οποία συνεργάζεται με την εταιρεία επίπλων), να μάθω πότε θα τα φέρουν το Σάββατο, και μου λεν ότι δεν υπάρχει καταχώριση. Ξαναπηγαίνω στην εταιρεία επίπλων και μου λεν πως έγινε λάθος, και ξανακάνουν την παραγγελία για τη Δευτέρα το πρωί.

Χτες, περίμενα από τις 7 ως τις 2-15μμ και μετά παίρνω τηλ και ρωτάω «τι γίνεται». Μου λεν πως το φορτηγό ήρθε στις 10:25, δεν είχα όνομα στο κουδούνι, πήραν τηλ, δε με βρήκαν και φύγανε. Κόντεψα να κρεπάρω… Όντως, αυτό με το τηλ ήταν δικό μου λάθος, είχαν ακόμη το παλιό, όμως το όνομά μου στέκεται εκεί πάνω από το βράδυ της Κυριακής! Για διακόσμηση τό ‘βαλα; (που θά λεγε και ο πατέρας μου…)

Μετά από μια σειρά τηλ. με την εταιρεία επίπλων και μεταφοράς που έφτασαν στην πλήρη έλλειψη κατανόησης από την πλευρά της μεταφορικής (χωρίς ούτε μια συγγνώμη), καταλήξαμε ότι πέραν της όλης ταλαιπωρίας, πρέπει να πληρώσω και 19,95€ για τη νέα μεταφορά. Τρελάθηκα…

Πήγα σήμερα στην εταιρεία επίπλων και μίλησα με έναν υπάλληλο που μου είπε τα ίδια, ζήτησα τον προϊστάμενο, ο οποίος με κατάλαβε και μου εξήγησε ότι δεν ξέρει από πού να κόψει για να μου αποζημιώσει τα 20€ της νέας μεταφοράς, δεν έχει μάλλον τη δυνατότητα. Ήταν ευγενικός, παρ’ όλο που έδειχνε καταταλαιπωρημένος. Καταλήξαμε να στείλω ένα γράμμα στα κεντρικά, και να ζητήσω από κει μια αποζημίωση, πράγμα που θα κάνω πολύ σύντομα.

Στη συνέχεια πλήρωσα τα 20€, και πήγα σε μια εταιρεία ηλεκτρικών, όπου παρήγγειλά ένα πλυντήριο και ένα ψυγείο.

Και πού κολλάει η «Ολική Επαναφορά»; Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη καθάρισα εξονυχιστικά, επιδιόρθωσα και έβαψα το παλιό διαμέρισμα. Χτες και σήμερα με βοήθησε σημαντικά ένας πολύ καλός φίλος (και καλός άνθρωπος), ο Γιόναταν, τον οποίο και ευχαριστώ εγκαρδίως. Έτσι, σήμερα το πρωί, παραδόθηκε η παλιά οικία στον επιστάτη, ο οποίος δεν διαπίστωσε προβλήματα. Κουβάλησα δυο γεμάτες σακούλες, έναν κουβά και δυο μπάρες ως το Βέντιγκ. Αυτό ήταν… Άρι-Στάιγκ, τέλος.

Τό νόστιμον ἦμαρ

July 27th, 2007

Για την καταχώριση αυτήν είχα και άλλους τίτλους, όπως «Η επιστροφή του Jedi» ή «Ολική επαναφορά» ή –για τους πιο ρομαντικούς– «Wedding, mon amour». Και αν κάτσω και στύψω το κεφάλι μου θα βρω κι άλλους πολλούς, όμως έχουμε και άλλες δουλειές, να πούμε.

Από τις 8:00 ως τις 12:00 πακέταρα ασταμάτητα. Τα πακέτα δεν χωρούσαν πλέον στο δωμάτιο και τα έβγαζα στο διάδρομο (τι να σου κάνουν 20 τετραγωνικά (μαζί με την κουζίνα και το μπάνιο…). Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο σαν ποτάμι. Είχαν μαζευτεί σχεδόν 30 μεγάλα πακέτα, τρεις βαλίτσες και άλλες μικρές κούτες… (δεν άρχισα σήμερα). Από τις 12:00 ως τη 13:30 ξεκουράστηκα και από τη 13:50 άρχισε η μετακόμιση.

Είχα παραγγείλει 3 άντρες όμως ήρθαν τέσσερις. Το συζητήσαμε και, αφού το αφεντικό τους μίλησε με τα κεντρικά, μου είπε πως ο 4ος μού είναι δώρο. Πολύ ευγενικό, τη στιγμή μάλιστα που έχουν από τις χαμηλότερες τιμές της αγοράς (3 άντρες για 3 ώρες κοστίζει 199€, κάθε επιπλέον ώρα, 99€). Βοήθησα κι εγώ για να μη χάνουμε χρόνο. Σε μία ώρα ήμασταν έτοιμοι με το άδειασμα, σε σαράντα λεπτά ήμασταν στο Βέντιγκ.

Ήταν δύο Τούρκοι, ένας Ιρανός και ένας μάλλον από την Αφρική (ή την Καραϊβική). Πολύ συμπαθητικοί. Ο τελευταίος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα midi-keybords που είχα, ασχολείται με τη μουσική και ήθελε να του δείξω κάποια πράγματα σχετικά στις ερχόμενες μέρες. «Ευχαρίστως», του είπα και μου έδωσε το τηλέφωνό του. Ευγενικό παιδί. Στη διαδρομή μιλούσα με τον Ιρανό, για διάφορα θέματα. Ενδιαφέρον τύπος! Δουλεύει ως trainer σε ένα fitness center κοντά στο σπίτι μου. Θα πάω. Να γίνω επιτέλους και σωματαράς (με φαντάζεστε, ρε παιδιά, φουσκωτό; ε, έτσι θα γίνω, να το ξέρετε!)

Αρχικώς ανέβαζα κάτι ελαφρά πράγματα, αλλά κόντεψα να πάθω έμφραγμα (ξέρετε τι είναι να ανεβαίνετε φορτωμένοι 4 πατώματα;) Σκέφτηκα ότι ίσα ίσα θα προλάβαιναν να τα ανεβάσουν στο υπόλοιπο του χρόνου. Άρα έπρεπε να είχα παραγγείλει 4 άντρες. Θα πλήρωνα τότε 269, αλλά τώρα μου χάριζαν τα 70. Έτσι φάνηκα κι εγώ γενναιόδωρος και τους έδωσα 250€. Τους κέρασα και μπακλαβά και με καταευχαρίστησαν.

Πήγα στο Σεράι, έφαγα, ήπια, πήγα πήρα το κινητό μου (μάλιστα κατάφερα και πήρα κάποιον τηλέφωνο) και μετά ήρθα εδώ, στο κέντρο υπολογιστών του Χούμπολτ (Μϊττε) και σας γράφω αυτά που σας γράφω.

Και όπως και στα Όσκαρ, έτσι κι εδώ πρέπει να ευχαριστήσω θερμά τους γονείς μου. Χωρίς αυτούς (την υποστήριξή τους), δεν νομίζω πως θα εύρισκα αυτό το ωραίο διαμέρισμα. Χαίρομαι που έχω τόσο καλούς και ικανούς γονείς (εγώ πώς βγήκα έτσι ανεπρόκοπος; Ξέρω, ξέρω, είμαι στα μακροπρόθεσμα επενδυτικά..)

Να στε καλά ρε παιδιά! Να στε καλά. Η περιπέτεια συνεχίζεται. Το δωμάτιο είναι τώρα ΓΕΜΑΤΟ κούτες. Χρειάζομαι επειγόντως έπιπλα…

ΟΝΑΡ

July 25th, 2007

Είδα σήμερα τρία όνειρα, τα δύο πρώτα απαίσια μέχρι που ξύπνησα, το τελευταίο, υπέροχο. Ήμουν σ’ ένα τεράστιο αμφιθέατρο πανεπιστημίου με έναν διπλό πίνακα πελωρίων διαστάσεων (πρέπει να είχε ύψος γύρω στα 20 μέτρα). Στο δεξί μέρος ήταν ζωγραφισμένα σε έναν κυκλικό δίσκο η Άμμος, η Θάλασσα, ο Ουρανός και η Φωτιά, με ένα χρώμα το καθένα, αλλά όλα μαζί, ανακατεμένα (παρόλ’ αυτά μπορούσες να ξεχωρίσεις τι ήταν τι). Έξω από τον κύκλο ήταν ζωγραφισμένο ένα μάτι. «Τι μάτι είν’ αυτό;» με ρώτησε ο διπλανός μου· «πού θες να ξέρω», είπα, «μάλλον το μάτι του Θεού» και σώπασα, για ν’ ακούσω τον καθηγητή.

Ο καθηγητής, είχε γράψει πάνω στο αριστερό μέρος του πίνακα, στο οποίο βρισκόταν επίσης ένα παρόμοιο ταμπλώ, διάφορα Graphs (δεν ξέρω πώς, διότι όπως είπα, ο πίνακας ήταν τεράστιος) που έμοιαζαν με πρωτόγονα ζώα. «Στα πρώτα στάδια τού Process εμφανίζονται αμοιβάδες, πεταλίδες κα. Τι άλλες μορφές μπορούμε να περιμένουμε στα στάδια αυτά;» ρώτησε και σήκωσα αμέσως το χέρι μαζί με άλλους φοιτητές.

Κουνούσα το χέρι έντονα και είχα δεκάδες έτοιμες απαντήσεις στο στόμα, όμως ο καθηγητής έδινε το λόγο σε άλλους φοιτητές. Ήθελα να με δείξει, αλλά αυτός, τίποτα. Κάποια στιγμή, κατάλαβα ότι οι απαντήσεις μου προορίζονταν για τα αρχικά στάδια του Standard Random Graph Process και όχι γι’ αυτό! Αυτό, όπως ίσως καταλάβατε, ήταν το –πολύ πιο πολύπλοκο αλλά και πιο όμορφο– Random Process της Δημιουργίας της Ζωής στην Γη…

Ξενάκης Ι

July 23rd, 2007

Όποιος ασχολείται με το έργο του Ξενάκη, είναι σχεδόν αδύνατο να αφήσει τη βιογραφία του απ’ έξω. Όσο ο ίδιος ο συνθέτης προσπαθούσε να αποφύγει τους συνειρμούς στη μουσική του, να την θεωρήσει εντελώς αφηρημένα, άλλο τόσο οι αναλυτές των έργων του αναφέρονται συνεχώς στα γεγονότα της ζωής του και συχνάκις βρίσκουν απόηχους στα έργα του. Από την άλλη, οι δύο μακροσκελέστατες συνεντεύξεις που έδωσε στον Βάργκα, αφιερώνουν πάρα πολύ χώρο σε πολύ ενδιαφέροντα περιστατικά που δεν έχουν άμεση σχέση με τα έργα. Θέλοντας και μη, οι πληροφορίες είναι τόσες και τόσο ενδιαφέρουσες, ώστε είναι αδύνατο να παραβλεφθούν.

Άλλη μία αντίθεση… Η αισθητική, η τεχνοτροπία, και άλλα επίπεδα της σκέψης και πράξης του Ξενάκη χαρακτηρίζονται από αντιθέσεις (μέσω αυτών των αντιθέσεων προσπαθώ να εξηγήσω και να αναλύσω διάφορα ζητήματα στο κεφάλαιο του διδακτορικού μου για τον Ξενάκη).

Τον Ξενάκη δεν τον γνώρισα. Διαβάζοντας όμως τη βιογραφία της Ματοσιάν και τις συνεντεύξεις του στον Βάργκα, πιστεύω πως πρέπει να ήταν ένας πολύ ήρεμος και ήσυχος άνθρωπος, πολύ μετρημένος και μάλιστα ευαίσθητος και συναισθηματικός. Σε αντίθεση (και πάλι) με την εξαιρετικά βίαιη και εκστατική μουσική του (τα σιγανά ποταμάκια, που λέμε…) και την μαθηματική αναλυτικότητα και αφαίρεση της σκέψης του.

Συνιστώ τις συνεντεύξεις του στον Βάργκα, ακόμη και σε μη μουσικούς (μπορούν να παραβλέψουν τα σχετικά κεφάλαια). Ο λόγος του Συνθέτη είναι πραγματικά υπέροχος.

Καταχώριση Ημερολογίου

July 22nd, 2007

Κυριακή 22 Ιουλίου 2007
Μαρίας Μαγδαληνής μυροφόρου και ισαποστόλου, Μαρκέλλης παρθενομάρτυρος

Πέρασα κατά το μεσημέρι από την ελληνική εκκλησία, στο Στέγκλιτς. Λίγο πριν φτάσω, η βροχή ήταν καταρρακτώδης. Άναψα ένα κεράκι και μπήκα μέσα. Η λειτουργία ήταν προς το τέλος και είχε αρκετό κόσμο. Στην πρώτη σειρά στέκονταν κάτι στρατιωτικοί (με τη στολή, παρακαλώ). Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και σηκώθηκε ο πρέσβης της Κύπρου και άρχισε να μιλά για το 74. Άκουσα ένα λεπτό και έφυγα.

Κατέβηκα στην Κούνταμ και πήγα στο αγαπημένο μου μαγαζί, το Amico. Έφαγα μια χορταστικότατη spaggheti matriciana και μετά ήρθα δω.

Τώρα, γιατί τα γράφω αυτά; Ο νοών, νοείτω.

15 Καλοκαιρινές Εικόνες

July 21st, 2007

Σήμερα ήμουν λίαν παραγωγικός, ωραία!… Ολοκλήρωσα τη 2η ποιητική μου συλλογή (με την επιφύλαξη ότι θα ακολουθήσουν νευρωτικές αναθεωρήσεις και ανελέητες διαγραφές, όπως πάντα). Μάρτιος ως τώρα. Λίγα λόγια και γι’ αυτό (καλά, έχω ξεφύγει εντελώς από το θέμα τού blog, αλλά τι με νοιάζει;).

Η συλλογή αριθμεί 15 πολύ μικρά ποιήματα. Όπως λέει και ο τίτλος, είναι 15 καλοκαιρινές εικόνες, τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο… Πολλά έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα και ακούγονται μάλλον ως μικρά διαλείμματα ανάμνησης. Το άρωμά τους είναι πολύ ελαφρύ (ένα βήμα τα χωρίζει από την πεζότητα). Μερικά είναι τόσο απλά που ίσως να αναρωτηθεί κανείς, γιατί αυτό να είναι ποίηση.

Δισκάκι δεν θα ετοιμάσω γι’ αυτήν. Τα ποιήματα αυτά θέλουν πολύ χρόνο για να αναπνεύσουν πριν και μετά, το να τα απαγγείλω διαδοχικά, έστω και με τις απαραίτητες μεγάλες παύσεις, θα τα πνίξει.

Όπως και η πρώτη, έτσι κι αυτή είναι στοιχειοθετημένη με βάση το πακέτο babel του LaTeX. Όποιος ενδιαφέρεται, ας επικοινωνήσει μαζί μου σε προσωπικό e-mail, όχι στα σχόλια.

Δείγμα δεν θα δημοσιεύσω εδώ. Η συλλογή πάει πακέτο, παρόλο των παραπάνω.

Il Gran Rifiuto ή Αρταξέρξης?

July 20th, 2007

Επειδή ίσως κάποιοι να αναρωτιούνται για το τι να έγινε προχτές στου Μακκίνζη, ας πως δυο λόγια και γι’ αυτό.

Κατ’ αρχήν, για τους καινούριους, το Μακκίνζη είναι μια πολύ μεγάλη εταιρεία συμβουλευτικής. Έχουν γραφεία σε όλον τον κόσμο και συμβουλεύουν εταιρείες και οργανισμούς επί παντός επιστητού. Απασχολούν κυρίως επαγγελματίες του οικονομικού κλάδου, αλλά επίσης νομικούς, μαθηματικούς, φυσικούς, ως και θεολόγους και φιλοσόφους.

Και ερχόμαστε στο ζητούμενο: πριν μερικές βδομάδες έλαβα ένα γράμμα, όπου ο Μακκίνζη με καλούσε, μαζί με άλλους διαλεχτούς φυσικούς και μαθηματικούς του Βερολίνου, για να γνωριστούμε, να μας εξηγήσουν πώς ένας μαθηματικός μπορεί να δουλέψει εκεί κτλ.

Πήγα, λοιπόν. Μαθηματικοί και φυσικοί που δουλεύουν εκεί, μας συστήθηκαν, έκαναν μια παρουσίαση για την εταιρεία και μας έβαλαν ως άσκηση, για να πάρουμε μια γεύση, ένα παράδειγμα περίπτωσης εντολής για συμβουλευτική.

Δώσαμε τις λύσεις μας σε ομάδες, συζητήσαμε και μετά μας κέρασαν σε ένα ωραίο εστιατόριο όπου συνεχίσαμε τη συζήτηση άλλες τρεις ώρες.

Πολύ ελκυστικός δρόμος για έναν επαγγελματία. Οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί προχτές είναι πάρα πολύ σπουδαγμένοι (οι περισσότεροι με διδακτορικό σε φυσική ή μαθηματικά). Ευχάριστοι ως τύποι και πανέξυπνοι. Το Μακκίνζη πληρώνει αδρά τις υπηρεσίες τους. Η θέση εργασίας έχει μέλλον και προσφέρει σταθερότητα στους ικανούς υπαλλήλους. Το ζήτημα που μας παρουσιάστηκε προς ανάλυση ήταν πολύ εύκολο σε σχέση με την Random Graph Theory, τη Λογική ή το Itô-Kalkül. Μας πρότειναν θερμά να κάνουμε το Praktikum και ήταν όλοι πολύ ενθαρρυντικοί. Στη συζήτηση που έγινε στο τραπέζι, το ακαδημαϊκό μέλλον παρουσιάστηκε ως δύσκολο και αμφίβολο, και το Μακκίνζη ως μια σταθερή και καλοπληρωμένη εναλλακτική λύση. Όμως…

Στο Μακκίνζη δεν κάνεις επιστήμη. Αυτό που χρειάζεται το Μακκίνζη από τους μαθηματικούς είναι οι αναλυτικές τους ικανότητες. Οι μαθηματικές γνώσεις και οι υπόλοιπες ικανότητες δεν εφαρμόζονται κατά κανόνα. Λείπουν οι σύνθετες μαθηματικές προκλήσεις. Η άσκηση που μας δόθηκε να λύσουμε ήταν καθαρά ένα απλό Optimierungsproblem.

Είναι γνωστό ότι πολλοί εγκαταλείπουν το Μακκίνζη. Όταν ρώτησα «γιατί», δεν πήρα σαφή απάντηση.

Έλειπε το πάθος. Ξέρω μαθηματικούς που κάνουν έρευνα, ακόμη και κακοπληρωμένοι. Έχουν όμως πάθος γι’ αυτό που κάνουν, το αγαπούν. Η εργασία στο Μακκίνζη είναι πολύ καλοπληρωμένη, όμως θα δούλευε κάποιος απ’ αυτούς στη συμβουλευτική για λίγα λεφτά; Για τη δουλειά και μόνο; Δεν τους άκουσα να μιλάν με πάθος για τη δουλειά τους. Πώς θα μαγέψεις αν δεν μαγευτείς; Τις προάλλες, στο Berlin-Poznan Workshop, άκουσα τον Łuczak να μιλά για Colorful Flowers και ήταν μια μαγεία. Ήθελες να αφιερωθείς κι εσύ στη Random Graph Theory, να μιλάς μ’ αυτούς τους εμπνευσμένους ανθρώπους. Αυτό το πράγμα έλειπε εκεί…

Πολλοί φοιτητές ρωτούσαν τους υπαλλήλους που μας έκαναν την παρουσίαση (σχεδόν όλοι με διδακτορικό) αν μετάνιωσαν που πήγαν στο Μακκίνζη (εννοώντας αφήνοντας την ακαδημαϊκή καριέρα). Η απάντηση είναι δεδομένη, αλλά πιο πολύ με ενδιαφέρει η ερώτηση. Δεν θα ήθελα κάποια στιγμή στη ζωή μου να ερωτηθώ αν μετάνιωσα για κάποια επιλογή. Όταν σ’ το ρωτάνε αυτό, σημαίνει πως ήδη απαρνήθηκες κάτι πολύ μεγάλο (για σένα), κάτι πολύ σημαντικό. Και τα σημαντικά πράγματα πρέπει να τα προσέχουμε, νομίζω.

Τέλος, δεν με εμπνέει η ιδέα του συγκεκριμένου έργου ζωής. Βγαίνοντας στη σύνταξη, θέλω να δω ένα έργο πίσω μου, να με εμπνέει να συνεχίσω. Αν δουλέψω στο Μακκίνζη, τι θα καταφέρω; Κυρίως στο να κάνω κάποιες επιχειρήσεις πλουσιότερες. Δεν είναι κακό αυτό, όμως αλλιώς φαντάζομαι τη ζωή μου. Εκείνα τα «εύγε», που λέει και το τραγούδι, με συγκινούν. Το άγνωστο των μαθηματικών και η ομορφιά της μουσικής και της ποίησης. Δεν ξέρω αν θα «βγάλω λεφτά» απ’ αυτά, αλλά πιστεύω πως θα μπορέσω να ζήσω άνετα. Πείσμα, χρειάζεται, και απ’ αυτό έχουμε μπόλικο (τι Πόντιος είμαι;). Και προπαντός, υγεία.

Ίσως κάνω το Praktikum κάποια στιγμή, θα δούμε.

Όταν ο Δροσέλτης βάλει κάτι στο νου του…

July 19th, 2007

…το καταφέρνει, εκτός κι αν είναι γκόμενα (εκεί βασιλεύουν μάλλον οι τυχαίες μεταβλητές, οι έχουσες κατανομή Πουασόν (die Verteilung der seltenen Ereignisse…)).

Έπεσαν σήμερα οι τζίφρες και οι σφραγίδες, παραδόθηκε το συμβόλαιο ένθεν κι ένθεν και Τετάρτη παραδίδεται και το σπίτι εν τῇ ὁδῷ της Γουινέας.

Χαίρομαι. Παρ’ όλο το πρόβλημα με το υπόγειο, χαίρομαι και περιμένω πως και πως να την κάνω από δω. Αύριο πρωί πρωί πρέπει να κανονίσω και τα της μετακόμισης.

Έχω να αγοράσω και πάγκο και ψυγείο για την κουζίνα. Θα χρειαστώ επίσης τουλάχιστον μία βιβλιοθήκη, ντουλάπα για ρούχα και γραφείο. Το πλυντήριο ίσως αργήσει κάποιους μήνες, θα δούμε.

Σταθερό τηλέφωνο δεν θα έχω. Θα πάρω κινητό. Δίκτυο, από τη σχολή.

Θα αργήσει ίσως λιγάκι μέχρι να σουλουπωθεί το διαμέρισμα, αλλά δεν βιαζόμεθα. Η σχολή προσφέρει όλα τα απαιτούμενα για το διάβασμα και την ερευνητική εργασία (βιβλία, γραφεία, υπολογιστές). Κρεβάτι έχω, τραπέζι έχω, καρέκλα έχω. Έχω και τάπερ.

Μέρα 8η: τελευταία αναζήτηση

July 18th, 2007

Χτες είδα καταρχήν ένα στη Σαίνινγκστράσσε, αν και αργότερα είχα ραντεβού από τη διαχείριση της Γκινέα για να γνωριστούμε και κατά πάσα πιθανότητα να μου δώσουν το συμβόλαιο (αλλά ποτέ δεν ξέρεις…). Ήρθε ένας ηλικιωμένος κύριος και πήγε εμένα και έναν νεαρό στο διαμέρισμα (1ος, βλέπει μπροστά).

Το διαμέρισμα ακόμα κατοικείται. Μας άνοιξε μια κοπέλα τυλιγμένη με πετσέτες, και πραγματικά ντράπηκα που μπήκαμε έτσι και οι τρεις εκεί μέσα για να επιθεωρήσουμε. Πατούσαμε στις μοκέτες, κοιτούσαμε τους χώρους όπου είχε ένα σωρό προσωπικά πράγματα, χωρίς όμως να προχωράμε πολύ μέσα, ήμασταν σε μια μικρή ακτίνα από την είσοδο.

Αισθανόμουν άσχημα μ’ αυτήν τη σκηνή και ζήτησα συγγνώμη από την κοπέλα. Το διαμέρισμα δεν μου άρεσε, είπα ότι δεν με ενδιαφέρει και έφυγα.

Μετά πήγα ως την αρχή της Γκέντερ (γωνία Τριφτ). Ένας πολύ νεαρός μεσίτης με πήγε στο πλευρικό, όμως το κλειδί δεν άνοιγε το διαμέρισμα, τουτέστιν ενοικιάσθη. Μπράβο οργάνωση… Οπότε έφυγα για το Στέγκλιτς για να κανονίσω τα του συμβολαίου.

Συζήτησα με μια κυρία από τη διαχείριση, την ρώτησα πέντε πράματα και μετά μου έδωσαν το συμβόλαιο (12 σελίδες) να το διαβάσω με την ησυχία μου. Το διάβασα χτες στο σπίτι, έχω κάνα δυο ερωτήσεις, αλλά θα το υπογράψω.

Στο μεταξύ με πήραν τηλέφωνο ή έστειλαν μήνυμα από άλλες τρεις κατοικίες (Μπρύσελερ (γωνία Γκέντερ), Μύλερ (απέναντι από την κλειστή αγορά) και Σαίνβάλντερ) όπου με δέχονται. Τους ειδοποίησα όλους και τους είπα ότι έκλεισε το ζήτημα.

Ένα πρόβλημα με το νέο σπίτι είναι ότι στην αρχή δεν θα έχω υπόγειο. Πού θα μπουν όλες οι κούτες; Θα κείτονται εδώ κι εκεί μες στο δωμάτιο;

Αυτό είναι το μόνο πιο σοβαρό πρόβλημα, τα άλλα προβληματάκια που ξεπροβάλλουν στη σκέψη μου είναι μάλλον μικρά. Άλλωστε το σπίτι μού άρεσε πιο πολύ απ’ όλα τα υπόλοιπα.

Θα τους πάω το συμβόλαιο αύριο, και ήδη κανονίσαμε να μου παραδώσουν το σπίτι στις 25. Έτσι θα υπάρχει χρόνος για τη μετακόμιση και την επιδιόρθωση της τρέχουσας οικίας.

Κανονικά θα έπρεπε να χαίρομαι. Όμως έχω εστιάσει στις κούτες και διάφορα άλλα ψιλοπράματα. «Τι μίζερο…» θα έλεγε κάποιος. Ναι, μίζερο, αλλά εγώ θα μένω παρέα με τις κούτες, φίλε. Οι περισσότερες διπλώνονται, κάπου μπορούν να στριμωχτούν, όμως αυτές που δεν διπλώνονται; Πω πω σπάσιμο…

Χάρτης Νo 1

July 16th, 2007

Για να πάρετε μια ιδέα από Βερολίνο, ρίξτε μια ματιά στον σχετικό χάρτη από τη Βικιπαίδεια (Περιοχές του Βερολίνου).

Εγώ μένω στο Κάρλσχόρστ (Λίχτενμπεργκ). Θέλω να πάω στο Βέντινγκ (Μίττε). Το πανεπιστήμιο είναι στο Άντλερσχόφ (Τρέπτοου-Καίπενικ).

Μέρα 7η: Λύττιχερ και ποδήλατο

July 15th, 2007

[Η αρίθμηση δεν είναι λάθος· έβαλα τον ίδιο αριθμό στις δυο Γουινέες, αλλά θα τις αφήσω όπως είναι, τίτλους δεν αλλάζω.]

Σήμερα οι επιθεωρήσεις έγιναν πιο ευχάριστα: έβαλα το κράνος μου, έδεσα τα μπατζάκια μου και καβάλησα το ποδήλατό μου. Με τον υπέργειο έφτασα στην Φρίντριχστράσε στις 11:50 και σε 10 λεπτά ήμουν στο πρώτο ραντεβού, Λύττιχερ (γωνία Μπρύσελερ).

Τώρα θα μου πείτε: «και γιατί, καημένε, δεν έπαιρνες το ποδήλατο και τις προηγούμενες ημέρες, να μην ξεραινόσουν στο περπάτημα;». Η απάντηση είναι, ότι χτες άρχισε το καλοκαίρι (και αύριο τελειώνει), πριν είχαμε φθινόπωρο. 4-5 βρόχες θα τις έριχνε στα καλά καθούμενα κάθε μέρα, και άντε τώρα συ κάνε ποδήλατο, με ομπρέλα, με τσάντα με χαρτιά, να σε πιτσιλάνε τα αυτοκίνητα και δε συμμαζεύεται…

Ένας καταϊδρωμένος μεσίτης μου έδειξε 2 διαμερίσματα, πλευρικά, ένα στο ισόγειο και ένα στον τελευταίο (4ος), ακριβώς από πάνω. Το πρώτο, αρκετά σκοτεινό, αλλά με ντουλάπια σε κουζίνα και τουαλέτα. Το δεύτερο, φωτεινό, χωρίς ντουλάπια. Βλέπει πολύ ουρανό. Ο μεσίτης δεν απάντησε σχεδόν σε καμία ερώτηση· πηγαινοερχόταν να δει αν ήρθαν άλλοι (μόνο εγώ και ένας πολύ στιλάτος Τούρκος είχαν έρθει) και δεν είχε ιδέα: «ό,τι ερωτήσεις έχετε, στη διαχείριση». Αυτός ήξερε μόνο την τιμή και την επιφάνεια. Το κοίταξα πολύ προσεκτικά, αν και βιαστικά (ο μεσίτης ήταν πολύ αναστατωμένος, είχε να πάει και αλλού μάλλον, και είχε σκάσει από το πηγαινέλα και από τον καύσωνα). Μου έδωσε μία αίτηση που συμπλήρωσα αμέσως και μου είπε πως αύριο θα αποφασιστεί σε ποιον θα δοθεί. Μου φάνηκε πολύ παράξενο· ούτε υπογραφή στην αίτηση, ούτε κανένα χαρτί δεν ζήτησαν, τίποτε! Έλεγε ότι η διαχείριση θέλει να το νοικιάσει το γρηγορότερο. Βρε λες να υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο…

Κατέβηκα στην αυλή και την επιθεώρησα με εξαιρετική σχολαστικότητα. Δεν υπήρχε χώρος για ποδήλατα και τα διάφορα ποδήλατα ήταν δεμένα εδώ κι εκεί. Πολλά παιδικά ποδήλατα κείτονταν σε διάφορα σημεία. Γύρω γύρω είχε ωραία μπαλκόνια, που μου δημιουργούσαν την αίσθηση «της γειτονιάς», έτσι όταν θέλεις να βλέπεις γνωστούς ανθρώπους σ’ αυτά τα μπαλκόνια το πρωί, και να τους χαιρετάς πριν πας στη δουλειά, ή στη σχολή. Είχα την εντύπωση ότι κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν και στην παλιά αστική Ελλάδα. Όμως άνθρωποι δεν φαίνονταν, ακούγονταν μόνο κάτι λίγες φωνές (ίσως είχαν πάει όλοι στη λίμνη).

Ο διάδρομος που οδηγούσε στην αυλή είχε ένα σωρό πεταμένες διαφημίσεις στο πάτωμα. Επίσης, μου έκανε εντύπωση ένα τρένο με 6-7 παιδικά καροτσάκια μετά την είσοδο. Πολλές οικογένειες. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό.

Αριστερά από την είσοδο είναι ένα μαγαζί με διάφορες παιδικές ζωγραφιές στο τζάμι που ονομάζεται «Πινόκιο». Μάλλον παιδικός σταθμός, οπότε τα πρωινά θα έχει πολλές φωνές ως την αυλή.

Έπειτα περπάτησα με το ποδήλατο ως τη Ζέεστράσε, για να δω πόσο χρόνο χρειάζομαι ως τον υπόγειο. Τίποτα, 6,5 λεπτά. Καβάλησα το ποδήλατο και πήγα στην Γουινέα (οι Γερμανοί τη λεν «Γκινέα»). Η Γκινέα είναι η συνέχεια της Λύττιχερ, πάνω από τη Ζέεστράσε. Έριξα κι εκεί μια ματιά στην πρόσοψη του κτιρίου που με ενδιαφέρει, στη γειτονιά, και έφυγα βολίδα για το πάρκο Ρέεμπέργκε.

Ήθελα ν’ ακούσω έναν υπέροχο ήχο που είχα ακούσει παλαιότερα, έτσι όπως τον άκουσα και τότε, και ήμουν σίγουρος ότι θα τον άκουγα, λόγω του καύσωνα. Στο πάρκο αυτό υπάρχει μια λίμνη, η Πλαίτσενζέε. Πλησιάζοντας από την ανατολική όχθη, η λίμνη δεν φαίνεται, διότι την κρύβει η πυκνή βλάστηση. Όμως ακούγονται από μακριά οι κραυγές, τα γέλια και οι παφλασμοί των λουομένων που βρίσκονται στην δυτική όχθη. Προσεγγίζοντας ένα ξέφωτο στα βορειοανατολικά, ο ήχος αυτός γίνεται όλο και πιο δυνατός, χωρίς να φαίνονται οι άνθρωποι, και καταλήγει σε πανζουρλισμό όταν φτάσεις σ’ αυτό το ξέφωτο. Από ‘κει φαίνονται και οι λουόμενοι. Η διαδικασία αυτή είναι πραγματικά υπέροχη και προκαλεί αυτομάτως χαμόγελο σε όποιον το ακούει.

Κάθησα σ’ ένα παγκάκι στη βορειοδυτική πλευρά και σκεφτόμουν. Ζύγιζα τα συν και τα πλην των δύο διαμερισμάτων, Λύττιχερ / Γκινέα. Τι θα κάνω αν με δεχτούν και στα δύο; Και τα δύο έχουν πολλά συν, εκεί που το άλλο δεν έχει. Μάλλον έκλινα προς τη Γκινέα.

Έπειτα πετάχτηκα στο αγαπημένο μου σημείο, σ’ ένα παγκάκι δίπλα στο Μαίβεν Ζέε, μια μικρή λιμνούλα, και χάζευα τις πάπιες.

Ξαναπήρα το ποδήλατο, ξαναπέρασα από την Γκινέα, τη Λύττιχερ, και εκεί παρατήρησα πως δίπλα στον «Πινόκιο» έχει ένα σχολείο, και τι σχολείο: Γκεζάμτ-σούλε! Εδώ που μένω, είμαι δίπλα σε δημοτικό, και τα παιδιά, όταν έχουν διάλειμμα (τα διαλείμματα εδώ είναι μέχρι 45′), ξελαρυγγιάζονται κυριολεκτικά, δεν θα ήθελα να το ξαναζήσω. Εκεί, βέβαια, θα μας χωρίζει τοίχος, και τα παιδιά είναι μεγαλύτερα. Τι να πω, δεν ξέρω…

Πήγα, έφαγα πάλι τον τούρκικο πατσά (με τέτοια ζέστη! είμαι αδιόρθωτος…) και οδήγησα στο Σίλλερ Παρκ. Ανακάλυψα μέρη που δεν ήξερα.

Έπειτα πέρασα από την παλιά μου γειτονιά, στη Λύντεριτς. Περίμενα να νιώσω κάτι, όπως λεν οι δημοσιογράφοι, αλλά δεν ένιωσα τίποτε. Nada, no sentí nada, όπως είπε και ένας Ισπανός συγγραφέας στο μάθημα ισπανικών που είναι για τον αόριστο.

Είχα ακόμα χρόνο ως το επόμενο ραντεβού κι έτσι ξαναπέρασα από το πάρκο Ρέεμπέργκε (με το ποδήλατο οι αποστάσεις είναι μικρές). Οδήγησα και την άραξα κάπου. Στις 15:15 (και όχι στις 15:00, ο υπάλληλος μου είπε πως «η συνάδελφος που θα μας δείξει το διαμέρισμα δεν είναι πολύ επαγγελματική και μπορεί να αργήσει, οπότε ας πούμε στις 15:15») είχα να δω ένα στην Μύλερστράσε, ακριβώς πάνω στην Λέοπολντ Πλατς (διαγωνίως απέναντι απ’ το Κάρστατ, δεύτερη αυλή). Τελικά ο υπάλληλος είχε δίκιο για τη συνάδελφό του: είχε λάθος κλειδιά, κι έτσι τα 3-4 άτομα που είχαμε μαζευτεί δεν είδαμε το διαμέρισμα.

Έριξα όμως μια ματιά στην αυλή. Ο θόρυβος της Μύλερστράσε κοβόταν αρκετά, αλλά τι αυλή ήταν αυτή; ένα σωρό είσοδοι γκαράζ, μπιτόνια στοιβαγμένα, παλιά έπιπλα σε σωρό (μάλλον περίμεναν το σκουπιδιάρικο). Είχες την εντύπωση ότι εκεί τα πρωινά θα πρέπει από δουλειά και θόρυβο να γίνεται της κακομοίρας!

Τη βδομάδα που έρχεται θα ριφθούν τα ζάρια. Ας ελπίσουμε για το καλύτερο.

Περί μεσιτών, επιστατών και άλλων επαγγελμάτων

July 14th, 2007

Απ’ όσα είδα και άκουσα τις τελευταίες βδομάδες, νομίζω πως κατάλαβα πώς λειτουργεί το σύστημα των ακινήτων στη Γερμανία.

Ο ιδιοκτήτης (Eigentümer), ο οποίος έχει 800-900 σπίτια, αναθέτει σε μια εταιρεία διαχείρισης (Verwaltung) την διαχείρισή τους, τουτέστιν, το ποιους θα βάλει μέσα, την υπογραφή των συμβολαίων, την ευθύνη για την καθαριότητα και την τάξη των κτιρίων κ.ο.κ. Η εταιρεία, αν θέλει, προσλαμβάνει για κάθε μπλοκ κτιρίων έναν επιστάτη. Οι επιστάτες είναι συνήθως λαϊκοί τύποι που έχουν πάρει την ευθύνη τους πολύ σοβαρά. Φροντίζουν για την τάξη, ειδοποιούν υδραυλικούς, μάστορες και τεχνίτες για διάφορα μερεμέτια και είναι γενικώς οι αρμόδιοι για τα προβλήματα των ενοίκων. Οι επιστάτες μένουν συνήθως στην ίδια οικοδομή με τους ενοίκους. Αν δεν υπάρχουν επιστάτες, οι ένοικοι τηλεφωνούν στην διαχείριση για ό,τι πρόβλημα προκύψει.

[Όπως ίσως παρατηρήσατε, ο ιδιοκτήτης είναι πανταχού απών. Κάθεται κάπου μακριά, και, όπως άλλοι παρατηρούν τις στατιστικές του blog τους, αυτοί παρατηρούν τις στατιστικές του τραπεζικού τους λογαριασμού.]

Τώρα, ποιοι δείχνουν τα σπίτια στους υποψηφίους ενοικιαστές; Είτε κάποιος από τη διαχείριση, είτε ένας μεσίτης στον οποίο η διαχείριση ανέθεσε αυτήν τη δουλειά, είτε ο επιστάτης.

Όπως φαντάζεστε, οι επιστάτες είναι οι πιο αρμόδιοι να απαντήσουν στις ερωτήσεις μου σχετικά με λεπτομέρειες του διαμερίσματος, ενώ οι μεσίτες είναι οι πιο αρμόδιοι για τα νούμερα (επιφάνειες, τιμές)· οι υπάλληλοι της διαχείρισης, και για τα δύο. Οι μεσίτες δεν μένουν καν στο Βέντινγκ, μένουν –φαντάζομαι– σε πιο «πλούσιες» περιοχές. Όταν ρωτάω αν ξέρουν τη γειτονιά, έχουν μαῦρα μεσάνυχτα (δεν ξέρω, με περισπωμένη μου φαίνονται «πιο μαύρα»). Πάντως, υπάρχει μία από τις ερωτήσεις μου που φέρνουν συνήθως τους μεσίτες και μία που φέρνει συνήθως τους της διαχείρισης ή τους επιστάτες σε αμηχανία. Η πρώτη είναι αν υπάρχει μαγαζί με πλυντήρια στη γειτονιά (θα το χρειαστώ μέχρι να αγοράσω πλυντήριο). Κανένας μεσίτης δεν ήξερε… Απαντήσεις πήρα από τους συνενδιαφερομένους μου! Η άλλη ερώτηση είναι αν «επιτρέπεται το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου» (τώρα το άλλαξα, και ρωτάω αν «απαγορεύεται το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου»). Οι μεσίτες λένε συνήθως βεβαίως, στις επιτρεπόμενες ώρες, ενώ οι επιστάτες με τους υπαλλήλους της διαχείρισης λένε, ναι, αλλά εφόσον δεν υπάρχουν προβλήματα με τους γείτονες κτλ. (αυτοί είναι που θα τραβάν τα παράπονα, όχι οι μεσίτες).

Η μεγαλύτερη πλάκα ήταν χτες, όταν ρώτησα την μεσίτρια στην Άμστερντάμερ (απόγευμα) αν υπάρχει κοντά στο διαμέρισμα πάρκο. Με κοιτούσε σαν να βραχυκύκλωσε. Η συνενδιαφερομένη γυναίκα έβγαλε έναν χάρτη και είδαμε.

Μέρα 5η: Η εξάντληση

July 13th, 2007

Ξεκίνησα το πρωί βλέποντας δύο (3ος και 4ος, σύνολο 4) στην εσωτερική αυλή στην αρχή της Άμστερντάμερ (γωνία Μύλερ, πίσω από το C&A). Ήσυχα και ωραία. Μου άρεσαν. Το του τετάρτου έχει έναν θερμοσίφωνα για ζεστό νερό που το κρατά συνέχεια ζεστό. Δεν ξέρω αυτό τι ρεύμα θα ξοδεύει. Πρέπει να ρωτήσω αν μπορώ να το σβήνω. Πάντως, ωραία και κάργα μέσα στην αγορά.

Μετά είχα κενό, έκανα ένα σωρό τηλέφωνα, έκλεισα ένα ραντεβού για το μεσημέρι και πέρασα από τον wonderfully.unpredictable και πήγαμε να φάμε τα γεμιστά σουσαμοκούλουρα. ΟΚ, wonderfully.unpredictable, άξιζε.

Πήγα στο ταχυδρομείο, έστειλα αίτηση και μετά πήγα στο Χούμπολτ, στην αίθουσα υπολογιστών, κοιτούσα αν έχει κίνηση το blog σαν κολλημένος, και μετά πήγα σ’ ένα ραντεβού στην Σαίνβάλντερ.

Η Σαίνβάλντερ είναι δυστυχώς κάτω απ’ τ’ αυλάκι, ενώ εγώ θέλω να είμαι πάνω απ’ τ’ αυλάκι (την γραμμή του υπεργείου). Εκεί είναι η κίνηση, εκεί είναι το κεχρί. Όμως δεν είμαι και παρωπίδας… Έτσι, πήγα. Μια ωραία κοπέλα από τη διαχείριση μας έδειξε το διαμέρισμα, σε μένα και έναν νεαρό Κούρδο, λαϊκός τύπος, πολύ συμπαθητικός. Αρκετά καλό, πλευρικό, τελευταίος όροφος (4ος, αν και στη σκεπή μένει επίσης κάποιος).

Η κοπέλα μας εξηγούσε τα δέοντα και είχε ωραία βαθυπράσινα μάτια. Με κοιτούσε έντονα. Την κοιτούσα κι εγώ έντονα. Κοιτιόμασταν έντονα. Μετά κοίταξα έντονα και το δωμάτιο, και έκανα τις σπαστικές μου ερωτήσεις. Όμως δεν ενοχλείτο, μάλλον το διασκέδαζε, διότι με κοιτούσε και χαμογελούσε.

Έπειτα πήγαμε οι τρεις στη διαχείριση και μου ζήτησε το e-mail μου. Για να μου στείλει την αίτηση, δυστυχώς. Θα κάνω την αίτηση, αλλά είπαμε, είναι κάτω απ’ τ’ αυλάκι. Δεν παρασύρομαι…

Πήγα με τον Κούρδο ως τον υπόγειο. Συμπαθέστατο παιδί, είχαμε καλή κουβέντα. Άλλα πέντε λεπτά και θα γινόμασταν φιλαράκια.

Ξανά μανά στο Χούμπολτ, Μίττε, στη Μένζα, για φαΐ. Και στην αίθουσα υπολογιστών. Και πίσω στην Άμστερντάμερ, γωνία Μύλερ (απέναντι από το πρωινό). Περίμενα την μεσίτρια μαζί με μια γυναίκα, που έμοιαζε πολύ την μητέρα της μητέρας μου. Και στο πρόσωπο, και στην γλυκειά φωνή. Ήταν συγκινητικό. Συζητούσαμε για τη θέρμανση με σόμπα, την αναζήτηση κατοικίας, και αφού ήρθε η μεσίτρια, πήγαμε να δούμε το ενός δωματίου διαμέρισμα (η γυναίκα ενδιαφερόταν για το δύο δωματίων, αλλά ήρθε παρέα, προκειμένου να περιμένει μόνη).

Το σανιδένιο πάτωμα ήταν χάλια. Πρέπει να μπει μουσαμάς ή μοκέτα ή να τριφτεί. Ρώτησα και πάλι τα πάντα, και μετά τις ζήτησα 10 δευτερόλεπτα για να αφουγκραστώ την στάθμη του θορύβου στο ανοικτό παράθυρο. Εντάξει, δεν ήταν και νεκρική σιγή. Το συν, ακούγονταν πουλιά, το πλην, ακούγονταν κάτι λίγα αυτοκίνητα. Η γυναίκα (η υποψήφια ενοικιάστρια) εντυπωσιάστηκε με το ερωτηματολόγιό μου, «ήρθατε πολύ προετοιμασμένος». Της έδωσα μια φόρμα και με ευχαρίστησε. Για δω μάλλον δεν θα κάνω αίτηση. Τις αποχαιρέτισα και βγήκα στη Μύλερ. Ήπια ένα αναψυκτικό και κίνησα κατά το Σίλλερ Παρκ. Η έκταση μπροστά απ’ το φρούριο, μια πράσινη θάλασσα κάτω απ’ τον ουρανό, γύρω γύρω δέντρα. Τη διέσχισα απ’ το φρούριο ως τα δέντρα και κάθησα (επιτέλους) σ’ ένα παγκάκι να ξαποστάσω. Κοιτούσα τη θάλασσα από φρέσκο γρασίδι, ενώ ένα απαλό αεράκι μου χάιδευε το μέτωπο.

Τέλος, πήγα στην Σπρένγκελ. Ήμουν πια πτώμα, δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Είδα δύο των 2 δωματίων, πολύ ακριβά για το βαλάντιό μου (δεν ξέρω πώς έγινε και έκλεισα ραντεβού). Ίσως να έφταιγε η κούραση, αλλά η περιοχή δεν μου άρεσε. Έφυγα γραμμή για το σπίτι.

Φτάνοντας, να και η σούφα! Επιτέλους! Προς μεγάλη μου έκπληξη, μου γράφουν ότι δεν έχουν δεδομένα για την αφεντιά μου. Δεν ξέρω αν θα αρέσει στη διαχείριση, εμένα πάντως μου άρεσε: δεν επιθυμώ το φακέλωμα και την αξιολόγησή μου από μια εταιρεία που δεν της έχω δώσει την αντίστοιχη άδεια.

Έκανα ένα ζεστό-παγωμένο ντους και ηρέμησα. Ακόμα δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Αύριο δεν έβαλα ραντεβού, πρέπει να διαβάσω, να ασχοληθώ και με την έρευνά μου, αλλιώς δεν το βλέπω καλά.

[Αυτή τη στιγμή, στη γωνία του απέναντι κτιρίου στέκεται ένα κοτσύφι και κελαηδά υπέροχα. Άλλα είδη πουλιών κρατούν τα οστινάτι τους στα γύρω δέντρα. Υπέροχο, υπέροχο...]

Μέρα 4η: Αλωνίζοντας στο Βέντινγκ

July 12th, 2007

Από που να ξεκινήσω…

Στις 9:00 είδα ένα στη Μπρύσελερ (γωνία Γκέντερ), οπίσθιο κτίριο (Hinterhaus), πρώτος όροφος. Η αυλή πολύ πράσινη. Το δωμάτιο ακόμα ανακαινίζεται. Εντάξει, απλό. Ο μόνος μου φόβος είναι ότι κάτω από το παράθυρο, στην αυλή, είδα τα σίδερα του εξαερισμού τού υπογείου του κτιρίου. Ίσως μυρίζει η κλεισούρα, δεν ξέρω.

Μετά είδα ένα στη Μαλπλακέ. Το κυρίως δωμάτιο αρκετά συμπαθητικό, βλέπει σε μία αυλή. Το ντους στην κουζίνα. Η τουαλέτα αποτελείτο μονάχα από μία χέστρα. «Εεε, ο νιπτήρας της τουαλέτας;», «…είναι ο νιπτήρας της κουζίνας… δυστυχώς έτσι είναι, γι’ αυτό είναι και τόσο φτηνό (210€ νοίκι + κοινόχρηστα – θέρμανση)». Να μου λείπει, αν είναι δυνατόν να πλένω τα χέρια μου βγαίνοντας από την τουαλέτα, εκεί που πλένω τα πιάτα…

Μετά πήγα στο Κάρστατ και πήρα ένα Klemmbrett, στα ελληνικά θα το έλεγα ως «στήριγμα με συνδετήρα για να βάζεις τις κόλλες όταν γράφεις όρθιος», δεν ξέρω αν έχει όνομα. Αυτό που έχουν αυτοί που κάνουν σφυγμομετρήσεις και οι διάφοροι πωλητές / πράκτορες. Εκεί βάζω τώρα τις κόλλες με τις ερωτήσεις, είναι πιο πρακτικό από το ντοσιέ (στο ντοσιέ, τα υπόλοιπα, δικαιολογητικά, αιτήσεις κτλ.).

Πήγα πάλι στη Μπρύσελερ, σε ένα άλλο, πιο μακριά από τη Μύλλερ (γωνία Λύτιχερ). Οπίσθιο, καταθλιπτική αυλή (μόνο μπετόν), 4ος όροφος. Αν και τελευταίος όροφος, μου φάνηκε σκοτεινό. Η κουζίνα δεν μου άρεσε καθόλου. Τοίχοι κόντρα πλακέ, ελάχιστος χώρος. Ο εξαερισμός του μπάνιου ήταν ένα παραθυράκι που οδηγούσε στην κουζίνα ή είχε και άλλο; Δεν θυμάμαι άλλον… Έχει γούστο… Δεν μπορεί, μάλλον δεν θα κοίταξα καλά…

Μετά πήγα στου διαόλου τη μάνα. Το έκανα μόνο γιατί προσφέρονταν 2 δωμάτια (δηλ. 1,5) στην τιμή του ενός. Winkelriedstraße. Κάθετος στην Χολέντερ, αμέσως μετά την Αρόζα Αλλέε. Βόονγκεμπίιτ. Δηλαδή θα αφήσουμε την ερημιά να πάμε σ’ άλλη ερημιά… Καθόλου μαγαζιά, και οι συνδέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο, κάκιστες. Το σπίτι, 2ος όροφος (συνολικά, 3). Ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με το πρώτο μου διαμέρισμα στο Βέντινγκ, στη Λύντεριτς, μόνο που έλειπε το δωμάτιο με το μπαλκόνι. Όταν είδα το μπάνιο (με μπανιέρα) και το μισό δωματιάκι, μου ήρθε χοντρό φλας μπακ! Πλάκα είχε… Πάντως, ένα θετικό (πέρα από την τιμή και τον χώρο) δεν είδα: τα βήματα του αποπάνω βροντούσαν· όταν ο αποπάνω τραβούσε το καζανάκι, κάτω ακουγόταν ένα τρομερό σφύριγμα· η κουζίνα βρωμούσε (ίσως όταν την αδειάσουν απ’ τα πράγματα και την καθαρίσουν, να βελτιωθεί)· τα προσγειούμενα αεροπλάνα ήταν σε απόσταση αναπνοής· μόλις έμπαινες στο κτίριο, μύριζε κλεισούρα (μάλλον το καθαριστικό τους έφταιγε)· συν όλα τα παραπάνω. Με μια κουβέντα, απορρίπτεται.

Τέλος είδα ένα στη Μύλερστράσε, ακριβώς απέναντι από την κλειστή αγορά Müllerhalle. Βλέπει στην εσωτερική αυλή (στο atrium) που είναι αρκετά πράσινη (πολύ γουστόζικη). Ο θόρυβος της Μύλερστράσε κόβεται. Οι εξαερισμοί των εστιατορίων της οδού οδηγούνται εντελώς πάνω, στη σκεπή. Η τουαλέτα είναι το μόνο πρόβλημα: πέραν του ότι μόνο ένα μικρό πλυντήριο χωράει, ο εξαερισμός είναι παλαιού τύπου (μια τρύπα με σιδερόφυλλα). Έχω ζήσει σε σπίτι με τέτοιο εξαερισμό τουαλέτας (το πρώτο μου στο Βερολίνο) και, εντάξει, γίνεται, θα προτιμούσα όμως ανεμιστηράκι, αν όχι παράθυρο. Κατά τα άλλα, ήσυχο. Το μόνο που ακούγεται είναι ένας σιγανός βόμβος, μάλλον από τα αυτοκίνητα και τους εξαερισμούς, αλλά σιγανός, μπορείς να ζήσεις μ’ αυτό. Η επιστάτρια μου είπε ότι ήδη έγιναν 10 αιτήσεις γι’ αυτό (μπράβο ανταγωνισμός…).

Από τα σημερινά, εκεί που θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου είναι στο τελευταίο και γωνία Μπρύσελερ / Γκέντερ. Για εκεί και οι αιτήσεις (αύριο).

Μέρα 3η: Γουινέα (και πάλι)

July 12th, 2007

[Χτες:] Βγαίνοντας από τον υπόγειο, είχε πιάσει μια βρόχα στρέι-θρου, που λέει και ο Ζαμπέτας. Κανένα πρόβλημα, στο Βέντινγκ βρισκόμαστε: πετάγομαι στο Ρόσμαν, δίπλα στην έξοδο του υπογείου, αγοράζω μια φτηνή ομπρέλα και φτάνω τρέχοντας στο ραντεβού (είπαμε, εδώ υπάρχουν όλα («και οι βαρύτιμοι δεσμοί της οικουμένης …»)).

Ο μεσίτης, ένας 40ρης χιουμορίστας με έντονη βερολινέζικη προφορά, έδειξε σε μένα και έναν ξανθό νεαρό με ράστα ένα διαμέρισμα στο πλευρικό, 1ος όροφος. Το κύριο δωμάτιο είχε ένα παράθυρο και το υπόλοιπό του χανόταν σε ένα σκοτεινό βάθος. Νιετ.

Στη συνέχεια μας πήγε στον τελευταίο όροφο και προς μεγάλη μου έκπληξη μας οδήγησε στα δύο δωμάτιο που είχα δει την προηγούμενη μέρα! Ακόμα υπήρχε το ίχνος του μποτακιού μου στη μοκέτα! Δεν είπα τίποτε. Ένιωθα ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, ίσως έτσι να νιώθει και ο δολοφόνος όταν επιστρέφει, απλά τώρα δεν υπήρχαν ενοχές (αφού δεν υπήρχε και έγκλημα).

Μετά μας πήγε, ναι, εκεί, στο αγαπημένο μου διαμέρισμα. Έτσι το ξαναείδα και σιγουρεύτηκα ότι είναι το καλύτερο. Να έκανα αίτηση ή όχι; Ρώτησα τον μεσίτη, αν η απόφαση για τον ενοικιαστή παίρνεται απ’ αυτόν και μου είπε πως όχι, «αυτοί τα στέλνουν στον ιδιοκτήτη και αυτός αποφασίζει». Του είπα ότι έχω εκπλαγεί, διότι στο ίδιο διαμέρισμα ήμουν και χτες, με άλλον μεσίτη, και δεν ήξερα αν είχε νόημα να ξανακάνω αίτηση. Είπε πως όχι, μάλιστα την ήξερε την άλλη μεσίτρια, και είπε πως εκτιμά πάρα πολύ που είμαι ειλικρινής, άλλωστε, και να με δεχόταν ο ιδιοκτήτης, η άλλη μεσίτρια με είχε βρει πρώτα, συνεπώς ήμουν δικός της πελάτης. Στη συνέχεια ήταν εξίσου ευγενικός.

Εδώ, φίλες και φίλοι, είναι καλύτερα να είσαι ειλικρινής. Εκτιμάται. Η γνωστή μας γραικική πονηριά, δεν θα οφελούσε, νά ‘στε σίγουροι.

Feelings…

July 11th, 2007

Πήρα πριν λίγο ένα σωρό τηλέφωνα. Νιώθω πολύ απογοητευμένος. Έχω παραμελήσει τις παραδόσεις στη σχολή, την έρευνά μου, τα πορτογαλικά, και ακόμα δεν έχω τίποτε στο χέρι. Σήμερα έχω μόνο ένα ραντεβού, ακριβώς στο ίδιο κτίριο που ήμουν χτες (Γουινέα)· άλλος μεσίτης, άλλα διαμερίσματα. Από αύριο ως την Κυριακή, εννιά ραντεβού. Λίγα μου φαίνονται.

Τι θα γίνει;…

Μέρα 3η: Γουινέα

July 10th, 2007

Το πρωί πήρα ένα σωρό τηλέφωνα για να κλείσω ραντεβού, και στη συνέχεια πήγα σε μια επιθεώρηση σε ένα σπίτι εκτός Βέντινγκ (συγγνώμη Βέντινγκ). Στο λεγόμενο Μπέργκμανκιιτς, μια γειτονιά στο Μέρινγκνταμ, που χάρη σε 8 μπαράκια και 6 εστιατόρια έχει γίνει –μαζί με το Πρέντσλάουερ Μπεργκ– η πιο κουλ και ιν περιοχή του Βερολίνου για νεαρά άτομα.

Όπως ήταν αναμενόμεμο, ήρθαν πολλοί. Είκοσι άτομα περιμέναμε στην είσοδο τον μεσίτη. Ήρθαν δύο μεσίτες (μεσίτης + μεσίτρια) και ο ένας είπε: «Κυρίες και κύριοι, προσφέρουμε 2 διαμερίσματα, ένα των τριών και ένα του ενός δωματίου. Όσοι είναι για το 1, ας παν αριστερά, όσοι για τα 3, δεξιά». Έτσι, χωριστήκαμε σε 2 ομάδες και όλοι μαζί, λέτσοι, κυριλέ, φρικιά και λεζέρ κινήσαμε για το δωμάτιο.

Πολύ κακοσχεδιασμένο (αν υποθέσουμε ότι σχεδιάστηκε, εμένα μου φάνηκε ότι οι χώροι πήραν τη μορφή τους με βάση κάποια τυχαία κατανομή). Απείχε παρασάγκας απ’ το όπτιμουμ. Χανόταν τόσος χώρος στους χώρους μετάβασης, που το κυρίως δωμάτιο ήταν πολύ μικρό.

Ως συνήθως, έβγαλα το ντοσιέ και άρχισα να ρωτάω τα δέοντα στην μεσίτρια. Όπως ήταν αναμενόμενο, λόγω του πλήθους των ενδιαφερομένων (όοοολοι, θέλουν να μείνουν εδώ, στην κουλ περιοχή), η μεσίτρια απαντούσε με αδιαφορία που έφτανε στην υπεροψία, θα έλεγα. Με κοιτούσε σαν να ήμουν άλιεν (και ο χτεσινός, λαϊκός επιστάτης το έβρισκε παράξενο, αλλά τουλάχιστον, χαμογελούσε όταν απαντούσε, όχι σαν κι αυτήν, την ξιπασμένη!). Πήρα πολύ κακή εντύπωση.

(Στον σταθμό του υπογείου, στο Μέρινγκνταμ, είδα και μια παλιά γνωστή, ευχάριστη έκπληξη.)

Πήγα κατευθείαν στην αίθουσα υπολογιστών του Χούμπολτ, στο Μίττε, όπου έψαξα κι άλλα διαμερίσματα.

Στη συνέχεια πήγα στο Βέντινγκ, να επιθεωρήσω ένα στην Γουινέαστράσσε. Η μεσίτρια με περίμενε με έναν νεαρό ενδιαφερόμενο (με καπελάκι του μπέιζμπολ). Τέταρτος (τελευταίος) όροφος, και τα τρία διαμερίσματα, χίντερχοφ και σάιτενφλύγκελ. Το πρώτο μου άρεσε πολύ. Της μεσίτριας της έκανε φάση που έβγαλα το ντοσιέ και ρωτούσα «το κάνει πολύ προφεσιονέλ» είπε χαμογελώντας (και ο νεαρός δεν σπάστηκε, το βρήκε εντάξει). Το διαμέρισμα αυτό το ερωτεύτηκα. Εύχομαι να το πάρω. Συμπλήρωσα την αίτηση αμέσως, και μετά γύρισα σπίτι (ακόμα δεν έφαγα, 19:00).

Χρειάστηκα 7 λεπτά ως την U-Seestraße. Τόσο κοντά! Μόνο που δεν με πήραν τα κλάματα…

Γυρίζοντας, βρήκα ένα γράμμα από τη σούφα, που θέλουν, λέει, φωτοτυπία της ταυτότητας και αστυνομική δήλωση της διεύθυνσης. Αμάν! Τα σκάναρα και τα έστειλα. Εύχομαι να έρθει γρήγορα θετική σούφα, να το πάρω να τελειώνουμε. Άντε, αυτό το διαμέρισμα θέλω, ας γίνει να το πάρω!…

Τώρα πρέπει να συμμαζέψω και να καθαρίσω πατόκορφα το τωρινό μου διαμέρισμα: αύριο θα έρθει ο επιστάτης να δει τι μέλλει γενέσθαι (ποιες τρύπες πρέπει να κλείσουν, τι να βάψω κτλ.). Και βαριέμαι…

Μέρα 2η: Der Himmel über Rehberge…

July 9th, 2007

Το πρωί πέρασα από τη διαχείριση και πήρα ένα πιστοποιητικό ότι ήμουν καλό παιντί, δηλ. πλήρωνα τα νοίκια μου στην ώρα τους και δεν έχω χρέη απέναντί τους (αυτό το πιστοποιητικό το ζητάν όλοι οι νέοι ιδιοκτήτες).

Έπειτα πήγα στη σχολή, βρήκα άλλες 20 προσφορές για να τηλεφωνήσω αύριο και μετά βουρ στο Βέντινγκ.

Αρχικώς ξαναείδα το σπίτι στην Ουτρέχτερ. Ωραία, έχει χώρο για ποδήλατα στην αυλή, χώρο για πλυντήριο στο μπάνιο και δεν περνάν εξαερισμοί από τον ακάλυπτο. Σήμερα θα το δουν άλλοι 2, συνεπώς υπάρχει ανταγωνισμός. Το μόνο αρνητικό του είναι ότι –παρ’ όλο που βλέπει ουρανό, 3ος (προτελευταίος) όροφος γαρ, στα σαράντα μέτρα φαίνεται ένας πανάθλιος τοίχος, που χαλάει όλη τη θέα (οι άλλοι τοίχοι είναι εντάξει). Είναι όμως εντελώς μέσα στην αγορά, και παρ’ όλ’ αυτά, ήσυχο.

Μετά, αφού έκανα μια μικρή βόλτα στο πάρκο Ρέεμπέργκε, πέρασα από την Τράνσβάαλ. Ο επιστάτης, ένας ξανθός Οδυσσέας, έδειξε σε μένα και μια κοπέλα 2 διαμερίσματα. Το 2ο δεν μ’ ενδιαφέρει, πολύ ακριβό. Το 1ο έχει 2 δωμάτια με λείο σανίδι στο πάτωμα, θέρμανση με γκάζι, 198€ μαζί με τα κοινόχρηστα. Νιχτ σλεχτ… Κουζίνα και δωμάτια βλέπουν σ’ έναν δεντρόκηπο. Το μπάνιο, με καθρέπτη και ντουλάπια, στενόμακρο. Η κουζίνα δεν έχει πάγκο. Στο μικρό δωμάτιο και στο διάδρομο, υπάρχει ψευδοροφή, πράγμα που με φοβίζει λιγάκι –ποιος ξέρει τι υπάρχει από πάνω… (μούχλες, έντομα, κτλ.) Είναι στον πρώτο όροφο και με το φύλλωμα των δέντρων, συν βλέπει βορειοδυτικά, είναι σκοτεινό. Γενικώς, μου άρεσε, με αρνητικά: σκοτεινό, πρέπει να βάλω εγώ πάγκους + ντουλάπια στην κουζίνα, είναι λίγο μακριά από τον υπόγειο και ακούγονται έντονα τα απογειούμενα αεροπλάνα του Τέγκελ. Τα μεγάλα συν είναι η τιμή, η ωραία θέα, τα 2 δωμάτια και το ότι ακριβώς δίπλα είναι το πιο ωραίο πάρκο του Βερολίνου, το Ρέεμπέργκε. Θα κάνω και γι’ αυτό μια αίτηση, να βρίσκεται.

Υπήρχε άλλο ένα διαμέρισμα στο κτίριο. Ζήτησα από τον επιστάτη να μου το δείξει, αλλά δεν μου τό ’δειξε· ήθελε να σχολάσει: «κανονικά, τώρα σχολάω· το δείπνο με περιμένει», είπε χαμογελαστά, χτυπώντας ελαφρώς την στρουμπουλή κοιλιά του!

Η ώρα ήταν έξι παρά τέταρτο και είχε αρχίσει να βραδιάζει. Ζέε / Μύλλερστράσσε. Στα καταστήματα είχαν ανάψει οι φωτεινές επιγραφές γεμίζοντας με χρώματα τις πολύκοσμες οδούς.

Πήγα στο Σεράι, όπου έφαγα έναν ισκεμπέ (η τουρκική εκδοχή τού πατσά) και ήπια ένα αϊράνι (η τουρκική εκδοχή του ποντιακού ταν).

Να μην ξεχάσω να ρωτήσω

July 8th, 2007

Σήμερα ετοίμασα μια πρόχειρη φόρμα που θα έχω μαζί μου και θα συμπληρώνω κατά την επίσκεψή μου σε κάθε διαμέρισμα. Πρόκειται για πολύ απλά πράγματα που ξεχνάς να ρωτήσεις αλλά είναι σημαντικά. Όποιος ψάχνει για σπίτι, ίσως του χρειαστεί. Βρίσκεται εδώ (PDF, 113 kΒ). Η φόρμα θα συμπληρώνεται και θα βελτιώνεται σιγά σιγά.

Παραλληλισμοί

July 7th, 2007

Όντως, όπως μου επεσήμανε και μια γυναίκα, η εύρεση κατοικίας είναι σαν τον κεραυνοβόλο έρωτα. Βλέπεις σπίτια και λες «όχι, σ’ αυτό σε καμία περίπτωση» και άλλα που λες «εδώ είμαστε!». Άλλα σε γοητεύουν, και τα σκέφτεσαι για πολλή ώρα μετά, και άλλα σε γλυκαίνουν αρχικά και μετά, αφού μπεις, σου βγάζουν τον αδόξαστο. Όπως με τους ανθρώπους, έτσι και με τα σπίτια, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου βγει. Επηρεάζεσαι από την εμφάνιση σπιτιού και γειτονιάς, αλλά αν οι γείτονες τυμπανίζουν, αν ο ιδιοκτήτης είναι κακός στραβός κι ανάποδος, αν υπάρχουν ελλατώματα που στην αρχή δεν φαίνονται, αυτό το καταλαβαίνεις αφού μπεις μέσα. Και εντάξει, αν ο άλλος δε σ’ αρέσει, το να χωρίσεις είναι σχετικά εύκολο, απλά λες «χωρίζουμε» (άλλωστε μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς ταίρι). Το να αλλάξεις όμως σπίτι δεν γίνεται λέγοντας «μετακομίζουμε».

Δείξε μου τη σούφα σου, να σου πω ποιος είσαι!

July 6th, 2007

Θα κάνω αίτηση για το σπίτι στην Ουτρέχτερ, να βρίσκεται, αλλά θα συνεχίσω το ψάξιμο. Σήμερα έκανα και online-αίτηση να μου αποσταλεί η Σούφα μου. Δεν υπάρχει πια ιδιοκτήτης που να μην ζητάει σούφα. Τι είναι αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στη Γερμανία δέ νοικιάζεις σπίτι όπως στην Ελλάδα, που το επιθεωρείς, λες το παίρνω, έκλεισε. Όχι. Εδώ, αν το σπίτι σ’ αρέσει, κάνεις αίτηση. Στην αίτηση αυτή δηλώνεις (με τα απαραίτητα δικαιολογητικά) το πόσα βγάζεις, αν έχεις χρέη, ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του προηγούμενου διαμερίσματός σου, τι οικονομικές υποχρεώσεις έχεις, αν εκκρεμεί ένταλμα εναντίον σου, ξεβρακώνεσαι κανονικά. Αφού καταθέσεις, όπως είπαμε, και τα απαραίτητα δικαιολογητικά (μαζί με τη σούφα), ο ιδιοκτήτης μαζεύει τις διάφορες αιτήσεις, τις διαβάζει και καλεί αυτόν που θεωρεί καλύτερο για να υπογράψει το συμβόλαιο.

Και τι είναι η σούφα, ε; Ε, η σούφα είναι η εταιρεία που έχει φακελώσει τα 3/4 όλων των Γερμανών. Το οικονομικό προφίλ του καθενός κρίνεται από τη Σούφα. Σου δίνει πόντους ανάλογα με το πόσο σε θεωρούν οικονομικά αξιόπιστο. Μάλιστα, μέχρι το 2001, αν ζητούσες από τη Σούφα να μάθεις τι ξέρουν για σένα, σου κόβανε πόντους γι’ αυτό (σήμερα, απλώς πλήρωσα 7,80€!!!). Σήμερα, δε νοικιάζεις σπίτι, δεν παίρνεις κινητό, αν η σούφα σου είναι χάλια. Έχω δει διαφημίσεις κινητών που λεν πως δίνουν κινητό «ακόμα και με αρνητική σούφα» (άκουσον άκουσον…). Διαβάστε και στη γερμανική βικιπαίδεια.

Δεν ξέρω πώς επιτρέπει το κράτος αυτό το φακέλωμα. Οι ξένοι που το ακούν πέφτουν απ’ τα σύννεφα. Όμως και στην Ελλάδα, ο «Τειρεσίας» δεν είναι κάτι ανάλογο; Εδώ αποθηκεύονται δεδομένα και δεδομένα, και ο κόσμος χαλούσε για τις «ταυτότητες»…

Χτες, στη Μαλπλακέ, όταν είπα την μεσίτρια ότι σπουδάζω, μου είπε πως στην αίτηση πρέπει να καταθέσω μαζί με την εγγύηση των γονέων (αυτό το ζητάν όλοι) και τα δικαιολογητικά για το εισόδημα των γονέων καθώς και τη δική τους σούφα. Ναι. Έτσι!

Μέρα 1η

July 5th, 2007

Τελείωσαν τα ψέμματα! Σε 26 μέρες πρέπει να αδειάζω τη γωνιά. Και σήμερα έκανα την αρχή: μέσα σε μια μέρα επιθεώρησα 8 διαμερίσματα στο Βέντιγκ γύρω από τη Λέοπολντ Πλατς.

Γιατί Βέντιγκ; Μα διότι είναι μια από τις πιο ζωντανές περιοχές της πόλης. Η αγορά του κατά μήκος της Μύλερστράσε έχει τα πάντα (ως και μουζικάλιεν έχει (στο Ράτχάους, για όσους ενδιαφέρονται), πράγμα που –περιέργως– σπανίζει σ’ αυτήν την πόλη). Διότι έχει ένα σωρό τουρκικά σούπερ μάρκετ, να πάρουμε τις ελίτσες μας, τη φετούλα μας, κάνα φύλλο να κάνουμε σπανακόπιτα να λαδώσουμε τ’ αντεράκι μας, ρε παιδιά! Διότι οι άνθρωποι εδώ ούτε μικροαστοί είναι (όπως λ.χ. προς δύσιν μεριά) ούτε εχθρικοί προς τους ξένους (όπως λ.χ. προς ανατολήν μεριά). Διότι η πράις-λάιστουνγς φερχέλτνις είναι από τις πιο οπτιμάλ της πόλης. Διότι η πρόσβαση στα κυριότερα σημεία της πόλης με τη συγκοινωνία είναι γρήγορη και εύκολη. Ε, και τέλος, διότι σ’ ολόκληρο το Βερολίνο, το Βέντιγκ είναι η μόνη περιοχή όπου νιώθω στο σπίτι μου. Εδώ έζησα τρία χρόνια, πέρασα στιγμές υπέροχες, και στιγμές δυστυχίας και απόγνωσης. Πού αλλού μπορεί να νιώθει κανείς περισσότερο στο σπίτι του;

Αρχικώς πήγα να δω ένα στην Κιάουτσου. Δεν ήρθε. Χτύπησα, χτύπησα στου επιστάτη, τίποτε. Δεν πειράζει, πήρα το δρόμο προς την Ουτρέχτερ Στράσε. Πριν τη Λέοπολντ Πλατς, πέρασα έξω από ένα τούρκικο φουρνάρικο και με χτύπησε η μυρωδιά του ψημένου ψωμιού στη μύτη… Αααχ, πατρίδα… Είχα ξεχάσει ότι υπάρχει αυτή η μυρωδιά. Όπως και η μυρωδιά του ζαχαροπλαστείου, μόλις πέρασα έξω από ένα. μμμmmmMMMmmmμμμ… Αυτό είναι! Μόνο στο Βέντιγκ (άντε, ίσως και στο Κρόιτσμπερκ) βρίσκεις ό,τι βρίσκεις και στην Ελλάδα (η θάλασσα, εξαιρείται).

Αρχικώς είδα ένα διαμέρισμα στην Ουτρέχτερ Στράσε, ισόγειο. Ήταν καλυμμένο με μια παλιά, βρώμικη μοκέτα που βρωμούσε. Καταθλιπτικό. Αμάν ρε παιδιά, καθαρίστε το πιο πριν, συγυρίστε το, άνθρωποι θα μπουν να το δουν και να μείνουν! Έλεος!

Πήγα σε μια τηλεφωνική καμπίνα και πήρα τηλέφωνο κι άλλους, να γεμίσω τα κενά. Έκλεισα ένα για το απόγευμα (στη Φέεμαρνερ).

Στη συνέχεια, είδα δύο στην Αμστερντάμερ (γωνία Τουρίνερ). Τι κακοφτιαγμένο… Εκτός από το κύριο δωμάτιο, όλοι οι άλλοι χώροι, τρίγωνα και τραπέζια… Σε σπίτι θα μείνουμε ή θα παίζουμε τανγκράμ; Απορρίπτεται, φερσνίτεν, φερσνίτεν! Είχα αρχίσει να νιώθω το κεφάλι μου τριγωνικό…

Μέχρι να δώ το επόμενο, πήγα στη Ζέεστράσε, στο Σεράι και παρήγγειλα έναν τουρκικό καφέ. Πριν την πρώτη γουλιά, τον έφερα στη μύτη και πήρα τζούρα… Αμέσως ήρθαν φλας μπακ από καλοκαίρια στην Ελλάδα, στην Αντίπαρο όταν ήπια έναν γκαϊβέ, μόλις άραξα, ένα κάπου αλλού (δε θυμάμαι τώρα) και τον απόλαυσα. Και πήρα κι άλλον έναν. Να, γιατί Βέντιγκ, για όσους δεν κατάλαβαν ακόμα.

Το επόμενο, στην Ουτρέχτερ πάλι, σχεδόν δίπλα στη Μύλερστράσε, μου άρεσε πολύ. 3ος όροφος, πλευρικό κτίριο. Ήσυχο και κάργα μέσα στην αγορά, ανάμεσα σε Ζέεστράσε και Λέοπολντ Πλατς. Και η επιστάτρια, συμπαθής. Κι αυτή φαίνεται να με συμπάθησε· άλλωστε ήμουν πολύ περιποιημένος: ξυρισμένος, με το ζελεδάκι στα μαλλιά, με τις μπουκλίτσες μου, με την ομπρελίτσα μου, με σικάτο ντύσιμο, απαλή και γλυκειά φωνή και τα τοιαῦτα. Θέλω όμως να το ξαναδώ, να σιγουρέψω ότι δεν περνάν τίποτε εξαερισμοί από τον ακάλυπτο.

Η διάθεσή μου ήταν παραδείσια. Βγαίνεις από το διαμέρισμα και είσαι μέσα στον παράδεισο των αγαθών, μέσα σε κοσμοθάλασσα. Όχι όπως εδώ, στην ερημιά! Έχω να ανακτήσω πολλά, πάρα πολλά! Ich habe viel nachzuholen!

Ήταν 2.μ.μ. και είχα δυόμισι ώρες καιρό. Διάλειμμα για φαΐ. Πήρα τον υπόγειο και τσουπ στο Χάλεσες Τορ (ένα κάτσενσπρουνγκ από το Βέντιγκ). Έφαγα σε ένα εστιατόριο και μετά διάβασα διάφορες ιστορίες του Σακελλάριου στην AGB (η μεγάλη δημοτική βιβλιοθήκη).

Πάλι πίσω στο Βέντιγκ για ένα διαμέρισμα στην Μαλπλακέ. Ίσως το λιπαρό φαΐ, ίσως η μπυρίτσα, ίσως η κούραση μου έριξαν τη διάθεση. Δεν πειράζει! Το διαμέρισμα δε μου πολυάρεσε. Ένα κομμάτι τού κυρίως δωματίου δεν το έβλεπε το παράθυρο και αυτή η σκοτεινή γωνιά (για τηλεόραση μάλλον) με ξίνισε. Κατά τα άλλα, οκ.

Έπειτα είδα ένα στην Φέεμαρνερ. Εντάξει, το πάτωμα με σανίδι (γκεσλίφεν), αλλά το ντους, στην κουζίνα και η δε τουαλέτα, φρικτή (μια σκοτεινή τρύπα)! Και άβολη συγκοινωνία (θέλω να είμαι πάνω στην U6, για πιο εύκολη πρόσβαση στο Χούμπολτ –το οποίο είναι… αμ αρς ντερ βελτ κι ακόμα παραπέρα!…).

Τρέχοντας, έφτασα τέλος στο τέλος της Λούξενμπούργκερ, δίπλα στη Λέοπολντ, όπου είδα δύο φτηνά, με μικρές μεταλλικές σόμπες. Και τα δύο, ψηλά (3ος και 4ος, αν θυμάμαι καλά).Στο ισόγειο του κτιρίου του πρώτου, υπήρχε η κουζίνα (με μόνιμη ανοικτή πόρτα) ενός εστιατορίου και η μυρωδιά των καμμένων λαδιών έφτανε ως πάνω (μόλις έβγαινες από το διαμέρισμα, το μύριζες και σου ρχόταν ε-μπιπ-). Ανοίγοντας το παράθυρο, άκουγες τον βόμβο των εξαερισμών διαφόρων μαγαζιών. Χάλια, χάλια…

Το μέτρο μου είναι το διαμέρισμα ενός καλού φίλου που μένει εκεί κοντά. Μέχρι τώρα δεν βρήκα κάτι καλύτερο για τα ίδια λεφτά. Για να δούμε…

Αυτά για αρχή. Παραμένουμε αισιόδοξοι!