Ξύλο κέδρου που θέλετε…

November 29th, 2007

Πολλοί πωλητές δεν έχουν ιδέα τι πουλάνε. Πήγα σήμερα σε γνωστή αλυσίδα καταστημάτων φτηνών ειδών νοικοκυριού και δίπλα στα αντισκωρικά βρήκα δύο τεμάχια με ξύλο κέδρου (Zedernholz). Επάνω έγραφε μόνο ότι κάνει για συρταριέρες και ντουλάπες, τίποτε άλλο. Ρωτάω τον υπάλληλο στο διάδρομο αν αυτό είναι εναντίον του σκώρου και μου λέει να ρωτήσω την ταμία. Πάω στην ταμία και ακολούθησε ο διάλογος:

–Αυτό είναι εναντίον των σκώρων;
–Αυτό είναι για συρταριέρες και ντουλάπες.
–Ναι, αλλά ποιος είναι ο σκοπός του;
–Αυτό δεν μπορώ να σας το πω.
–Δεν είναι εναντίον των σκώρων;
–Εναντίον των σκώρων έχουμε ειδικά τεμάχια.

Τελικά δεν το πήρα. Ήρθα εδώ, έψαξα στο δίκτυο και τελικά το ξύλο κέδρου χρησιμοποιείται όντως εναντίον των σκώρων.

Τσιγγουνιά

November 23rd, 2007

Αυτά παθαίνει κανείς όταν τσιγγουνεύεται να πληρώσει μεταφραστές και αρκείται στην τεχνολογία: http://www.members.aon.at/funmedia/html/pille_grichisch.htm

Ράφτρα

November 14th, 2007

Πήγα χτες τα δερμάτινα γάντια μου σε μια ράφτρα γιατί είχαν σκιστεί εδώ και καιρό τα νήματα. Τα είχα πάει και πέρσι σε μία, αλλά δεν ανέλαβε διότι δεν μπορούσε να κάνει τη σταυροβελονιά. Για να δούμε, αυτή θα τα καταφέρει; Τη ρώτησα αν μπορεί, και έκανε μια κίνηση, σα να έδειχνε τη μηχανή.

Μου έδωσε και κάρτα. Τηλέφωνα πάνω, διεύθυνση στο δίκτυο και ιμέιλ. Δηλαδή αν της στείλω ιμέιλ θα το διαβάσει; Και τι να γράψω;

Η Μένζα του Άντλερσχοφ

November 13th, 2007

Τελείωσε, δεν ξανατρώω πια στη Μένζα! Ούτως ή άλλως δεν μου άρεσε το φαΐ τους, δεν θα ανέχομαι και αυτήν την υπεροπτική συμπεριφορά.

Κάποτε, είχα πάρει το δίσκο με το φαΐ, και πήγα να πάρω ένα κακάο. «Πού πάτε;» με φώναξε ο ταμίας, «πρώτα πρέπει να πληρώσετε»! «Μα δεν φεύγω», του λέω, «θέλω να πάρω κάτι να πιω», «συγγνώμη» μου λέει.

Μια άλλη φορά, συνήθιζα να παίρνω σούπα. Γέμιζα το γαβαθάκι και επειδή δεν πρόσεχα, χυνόταν λίγο πάνω στο δίσκο μου (δικό μου πρόβλημα). Κάποια φορά, η ταμίας μου λέει «να μην το γεμίζεις ως απάνω!»· κατάλαβες; να παίρνω λιγότερο όμως να πληρώνω το ίδιο…

Άλλοτε πάλι, πήρα ένα γιαούρτι για μια τιμή που έγραφε δίπλα στο ψυγείο και αυτός μου χρεώνει άλλη, ακριβότερη: «η τιμή στο ψυγείο είναι παλιά», εξήγησε.

Και χθες, αυτός ο ίδιος, όταν του ζήτησα να χαλάσω ένα εικοσάευρο (δεν ήθελα να φορτώσω την κάρτα 20 ολόκληρα ευρώ), μου λέει –αφού μου χάλασε– «δεν είμαι τράπεζα».

Αυτά κάνουν τα μονοπώλια. Βέβαια, λίγο πιο πέρα έχει και μια άλλη μένζα, την Βίστα, αλλά είναι πιο ακριβή. Έτσι είστε; Ε, πήγα σήμερα και πήρα ένα σακ βουαγιάζ, και έφερα μαζί μου μια μαρουλοσαλάτα, ένα μεγάλο σάντουιτς, ξηρούς καρπούς και ένα μπουκάλι νερό. Αυτά θα φάμε σήμερα. Με ελαιόλαδο ελληνικό, από την Κρήτη. Από δω και στο εξής, θα φέρνω το φαΐ μαζί μου. Από τιμή μάλλον το ίδιο θα βγαίνει, αλλά θα τρώω υγιεινότερα και πιο νόστιμα. Άντε από κει πέρα…

(Η μένζα στην οποία αναφέρομαι είναι στην οδό Rudower Chaussee 25.)

Αγορές & Αίτηση

October 20th, 2007

Μέρα αγορών σήμερα. Καβάλησα την ποδηλατάρα μου, έδωσα πίσω τα μπουκάλια στο Ράιχελτς και πήγα στο ΜακΓκάιτς για είδη ποδηλάτου. Εντάξει, είναι αδύνατο να μπεις σε τέτοιο μαγαζί (φτηνά είδη νοικοκυριού) και να μην αγοράσεις τίποτε. Πήρα ανακλαστήρες, πίσω κόκκινη λάμπα ποδηλάτου, χαρτί ψησίματος και πανιά, όλα μαζί 3,5€. Μετά πήρα (από αλλού) ένα ψαροκεφτεδάκι, ένα ψωμάκι και πετάχτηκα στο Σίλλερ Παρκ, σε ένα παγκάκι μπροστά στην πρασινάδα να φάω κάτω από τον ήλιο. Καλή φάση. Κάποια στιγμή πέρασε μπροστά μου ένας τζόγκερ με παντελόνι, μεγάλο μπουφάν και κουκούλα. Τι γκροτέσκο… Συνέχισα να τρώω το σάντουίτς μου ώσπου σε μερικά λεπτά νάτος πάλι μπροστά μου. Αυτήν την φορά τον παρατήρησα. Από μακριά φαινόταν σαν το φάντασμα του πάρκου που τρέχει γύρω γύρω καταραμένο. Α, σκέφτηκα, δεν γλιτώνει, την τρίτη φορά θα τον βγάλω μια φωτογραφία, και ετοίμασα το κινητό. Περίμενα, περίμενα, εξαφανίστηκε.

Έπειτα πήγα στο Πράκτικερ και πήρα μια Rohrschelle για την αποχέτευση του πλυντηρίου (για καλό και για κακό), μια επιδιορθωτική αλοιφή για ξύλο (έγινε ζημιά στην συναρμολόγηση της ντουλάπας μου) και έναν λαστιχένιο τάπητα για το πλυντήριο (για να μην κλυδωνίζεται), 14,86€.

Τώρα βέβαια, γιατί ήρθα εδώ, στην αίθουσα υπολογιστών; Όχι βέβαια για να γράφω τα παραπάνω. Αλλά για να συμπληρώσω την αίτηση: McKinsey meets Mozart. Μου έστελναν ένα σωρό email που δεν με ενδιέφεραν, αλλά αυτό με προκάλεσε. Πιστεύω πως έχω καλές προϋποθέσεις. Αν με πάρουν, όλα πληρωμένα, θα περάσουμε φίνα. Είπαμε, δεν είναι ο στόχος μου, όμως ας έχουμε και καμιά πόρτα ανοιχτή.

Streetpanthers

October 19th, 2007

Από ιστοσελίδα (http://www.streetpanthers.gr/ βλέπω πως απέκτησαν ιστολόγιο: http://streetpanthers.blogspot.com/. Οι οργισμένοι πεζοί που κολλούν το τρομερό αυτοκόλλητο στους ασεβέστατους οδηγούς πληθαίνουν. Εύγε! (η τροχαία κοιμάται;)

Θέατρο και ουρλιαχτά

September 29th, 2007

Είδα χτες ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό έργο (Das leben fährt weiter). Πρωτότυπο, με χιούμορ και πολύ ενδιαφέρον. Όμως ακόμα κι έτσι, δεν γλίτωσε την κατάρα του θεάτρου που κατατρέχει όλα τα έργα που έτυχε να δω τα τελευταία (δέκα;) χρόνια: τα ουρλιαχτά.

Στο συγκεκριμένο έργο ήταν (στα περισσότερα σημεία) δικαιολογημένα από την πλοκή, αλλά τις περισσότερες φορές σε όσα έργα έχω δει πιστεύω πως θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Με λιγότερα μέσα καταφέρνεις περισσότερα. Περισσότερη βαρύτητα έχει μια κουβέντα ειπωμένη αργά, σταθερά και σιγά, παρά κραυγάζουσα, με τα σάλια να πετιούνται σαν πυροτέχνημα.

Γιατί ουρλιάζουν οι ηθοποιοί στο θέατρο; (όχι συνέχεια, αλλά μια δεδομένη στιγμή η οποία όμως έρχεται πάντα) Είναι μήπως μια προαιώνια παράδοση που συνεχίζει να επιβιώνει; Είναι μόδα των τελευταίων ετών; Ή μήπως ουρλιάζει το θέατρο γιατί πεθαίνει εξαιτίας του κινηματογράφου;

Ειλικρινά δεν έχω ιδέα. Σίγουρα θα έχουν γραφτεί καμιά δεκαπενταριά διδακτορικά στο θέμα τα οποία αγνοώ.

Έρευνα και ταλέντο

September 20th, 2007

Από την Άνοιξη που άρχισα να εργάζομαι ως φοιτητικός βοηθός στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Χούμπολτ αλλά και να δουλεύω την διπλωματική μου εργασία, ασχολούμαι εντατικά με την μαθηματική έρευνα. Αρχικώς η ταχύτητα ήταν μεγάλη, όπως και ο ενθουσιασμός, τώρα ο ενθουσιασμός παρέμεινε, η ταχύτητα όμως έπεσε. Όχι λόγω κούρασης, αλλά λόγω των τελευταίων σκληρών προβλημάτων που έμειναν να κλείσουν, συμπληρώνοντας έτσι αρμονικά τη μελέτη του ζητήματος που ανέλαβα να φέρω εις πέρας.

Θεέ μου πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η μαθηματική έρευνα… Εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις όλα έτοιμα, βλέπεις να εμφανίζονται κενά που πρέπει να κλείσεις, λάθη που πρέπει να διορθώσεις, ειδάλλως σιγά μην το κάνουν οι άλλοι. Χρειάζεται τρομερό ένστικτο για να καταλάβεις τι ισχύει και τι όχι, όταν θεωρείς ότι κάποια ενδιάμεσα ζητήματα ευσταθούν και μπορούν να αποδειχθούν εύκολα αργότερα ώστε να προχωρήσεις ακάθεκτος στα ουσιώδη, χρειάζεται τεράστια φαντασία ώστε να δίνεις λύσεις στα κάθε λογής εμπόδια που ξεφυτρώνουν στο δρόμο σου, πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή για να μην τα παρατάς ακόμα και όταν όλα φαίνονται πέραν των δυνατοτήτων σου ή όταν κουράζεσαι, θέλει μεγάλη προσοχή και μεθοδικότητα (τουτέστιν, έναν καλό επιβλέποντα, και –δόξα τω Θεώ– έχω μια καταπληκτική επιβλέπουσα) για να μην αναλώνεσαι στα επιμέρους, επιβάλλεται να κατέχεις όλο το οπλοστάσιο της ανάλυσης και της γραμμικής άλγεβρας.

Τώρα καταλαβαίνω τι θα πει να έχει κανείς ταλέντο. Στη μουσική ποτέ δεν δυσκολεύτηκα τόσο. Ήξερα πως ήταν θέμα δουλειάς να καταφέρω να ερμηνεύσω όποιο (εντάξει, σχεδόν όποιο) κομμάτι για πιάνο επιθυμούσα. Όσο κι αν κουραζόμουν πάνω στο γραφείο, ήξερα ότι θα δουλέψω, θα το παιδέψω, θα σκιστώ, όμως η τελική σύνθεση θα ικανοποιούσε το αρχικό μου όραμα. Το ταλέντο στη μουσική με διευκόλυνε αφάνταστα, μου έδωσε ταχύτητα και πολλές δυνατότητες εμβάθυνσης και κατανόησης της μουσικής. Εδώ είναι σαν να παλεύω με τα κύματα χωρίς να ξέρω αν ποτέ θα φτάσω σε στεριά. Φυσικά έχει, ως περιπέτεια, το ενδιαφέρον του, όμως και αγωνία, διότι τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.

Από την άλλη όμως βλέπω πόσο «επικίνδυνο» είναι να έχει κανείς ένα χάρισμα σε κάτι. Πολλές φορές χρειαζόμαστε την πρόκληση: όταν ξέρουμε ότι κάτι μπορούμε να το κάνουμε, μπορεί και να μην το κάνουμε. Χρειάζεται πάντα μια κάποια κινητοποίηση, την οποία δεν έχω ακόμα καταλάβει.

Κάθε πράγμα στον καιρό του

September 18th, 2007

Πίσω από κάθε επιθυμία κρύβεται μία ανάγκη. Μεγάλη, μικρή ή μικροσκοπική, αυτή ως σπίθα δημιουργεί και συντηρεί την επιθυμία, η οποία μεγαλώνει, φουντώνει, και πολλές φορές γίνεται λαχτάρα, άλλοτε πάθος ή έμμονη ιδέα. Έρχεται όμως η στιγμή που η ανάγκη φτάνει στο τέλος της. Είτε αντικαθίσταται από άλλη, είτε καλύπτεται, είτε απλώς πεθαίνει. Τι συμβαίνει με την επιθυμία; Πολύ συχνά, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και συνεχίζει να απασχολεί τις πράξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων. Άλλοι την βάζουν κάτω από το χαλί. Άλλοι, στο ντουλάπι, έτοιμοι να την πραγματοποιήσουν με την πρώτη ευκαιρία.

Πολλές φορές, η ευκαιρία δίνεται (ίσως μετά από πολύ καιρό). Και οι καλοί σκλάβοι την επιθυμίας-φάντασμα την αδράχνουν και πραγματοποιούν την επιθυμία. Και εκεί είναι το ζητούμενο: κάθε πράγμα στον καιρό του. Κάποιες επιθυμίες, πρέπει να πραγματοποιούνται όταν ωριμάσουν, ούτε πρόωρες, ούτε παράωρες. Πρόωρες, δεν μπορείς να τις απολαύσεις πλήρως. Παράωρες, διότι η ανάγκη που κρυβόταν πίσω της, δεν υπάρχει («παραωρίτες είμαστε, παράωρα μην κάθεστε…»).

Περί νεοναζί

September 12th, 2007

Τους τελευταίους μήνες είτε πρέπει να πλήθαιναν οι νεοναζί στο πρώην ανατολικό Βερολίνο είτε εγώ άρχισα να τους παρατηρώ. Κυκλοφορούν με όλο και πιο προκλητικά φανελάκια. Ένας φορούσε ένα που έγραφε «Η Αφρική χρειάζεται γερμανικές αποικίες», ένας άλλος είχε γραμμένο «Τομέας Ανατολικό» με έναν χάρτη του Βερολίνου χωρισμένου σε 2 τμήματα, με το ανατολικό βαμμένο κόκκινο και ένα πιστόλι επάνω. Φοράν στρατιωτικά παντελόνια είναι πάρα πολύ γυμνασμένοι και έχουν ένα βλέμμα σα να μισούν όλο το σύμπαν.

Και ο πληθυσμός όμως φαίνεται να συντάσσεται μαζί τους. Εκεί που έμενα, στο Καρλσχόρστ, θυμάμαι ότι μια παλιόγρια δεν έδειχνε το εισιτήριό της στον ελεγκτή, γιατί είχε ξένη προφορά. Μόνο μία γυναίκα διαμαρτυρήθηκε ήπια. (μετά κατέβηκα, δεν ξέρω τι έγινε.)

Απορώ πώς διάφοροι ξένοι παν και μένουν εκεί στο Λίχτενμπεργκ. Καλά, εγώ όταν πήγα εκεί ήμουν σχεδόν υπνωτισμένος, δεν ήξερα τι μου γινόταν, οι άλλοι όμως;

Επίσης, στο Φρίντριχσχάιν, εκεί στην Φράνκφουρτερ Αλέε έχω δει παλαιότερα αρκετούς με ξυρισμένα κεφάλια. Ένας φίλος μου είχε δει εκεί και αφίσες που προειδοποιούσαν τον κόσμο για τους νεοναζί που ενεργούν εκεί τις νύχτες. Μια νύχτα του Μαρτίου μάλιστα, κάποιος –δεν πρόλαβα να τον δω– με χτύπησε στο πρόσωπο και με τραυμάτισε. Δεν ξέρω αν ήταν νεοναζί, ούτε και θα μάθω ποτέ (αν και μία γυναίκα που με πλησίασε μετά την επίθεση άρχισε να μιλά για νεοναζί, πράγμα που μάλλον δείχνει προς εκείνη την κατεύθυνση). Ήλπιζα τότε, ότι εκεί που με χτύπησαν, δίπλα στο εμπορικό κέντρο, θα υπήρχαν κάμερες να καταγράψουν το γεγονός και να εντοπιστεί έτσι ο δράστης, αλλά –δυστυχώς– δεν υπήρχαν (και μάλλον θα αργήσουν να υπάρξουν, διότι αρκετοί αντιδρούν· οι κάμερες περιορίζουν την ελευθερία (των εγκληματιών) στους δημόσιους χώρους).

Από τότε έχω ακούσει για πολλές άλλες επιθέσεις σε αλλοδαπούς. Δεν ξέρω τι κάνουν οι πολιτικοί γι’ αυτό το φαινόμενο που, όπως φαίνεται από τις ειδήσεις, εμφανίζεται συχνότερα. Μάλλον τίποτα. Τα θύματα είναι συνήθως ξένοι, άτομα χωρίς μεγάλη κοινωνική και οικονομική ισχύ. Και, το χειρότερο, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους δράστες, λόγω νύχτας, λόγω ξύλου, λόγω ταχύτητας, λόγω του ότι όλοι οι σκίνχεντς είναι ίδιοι. Δεν ξέρω μάλιστα αν υπάρχει σοβαρή πρόθεση να περιοριστεί ή αν υπάρχει η πρόθεση, συμβαδίζει όμως με ποιοτική ή ποσοτική ανεπάρκεια όλων αυτών που οφείλουν να εργάζονται για την ευημερία και την ασφάλειά μας. Δεν γίνεται να τους στρέψουν όλους αυτούς στις ομάδες, να πλακώνονται μεταξύ τους, να ησυχάσουμε; Ή να τους στρατολογήσουν στ’ άρματα (αφού τους αρέσει τόσο ο στρατός, όλο παντελόνια παραλλαγής φοράνε), να τους στείλουν να σφουγγαρίζουν τίποτα πατώματα σε καμιά ερημιά; Κι όμως, έχω ακούσει ότι «αν θες να αποφύγεις το στρατό στη Γερμανία, παρίστανε τον νεοναζί».

Έχω ακούσει ότι και στην Ελλάδα ενεργούν διάφοροι νεοναζί (είναι τρελό, όμως έχω δει κι εγώ σκίνχεντς στην Ελλάδα, με τα μάτια μου). Δεν ξέρω αν η καταπολέμηση αυτού του φαινομένου ανήκει στο πρόγραμμα κάποιου κόμματος.

Κοτσύφια και καρακάξες

September 11th, 2007

Εδώ στο Βερολίνο γνώρισα το τραγούδι του κοτσυφιού. Το πρωτοάκουσα χαράματα, πριν 10 χρόνια, όταν γυρνούσα σπίτι μετά από μια νύχτα κραιπάλης. Το τραγούδι του λειτούργησε εκείνο το πρωί ως παρηγοριά, με ηρεμούσε.

Έκτοτε το ξαναάκουσα πολλές φορές. Ιδιαίτερα στο προηγούμενο σπίτι μου, όπου ένα κοτσύφι στεκόταν κάθε μέρα την ίδια ώρα τον Ιούνιο στη γωνία του απέναντι κτιρίου και κελαηδούσε μαγευτικά. Εκεί μάλιστα, στις λεύκες απέναντι από το παράθυρο, είχαν χτίσει τη φωλιά τους και ένα ζευγάρι καρακάξες. Τις παρατηρούσα που την έχτιζαν κλαδάκι κλαδάκι, που την προστάτευαν όταν ένας σκίουρος προσπαθούσε να ανέβει, για να γευτεί προφανώς τα νόστιμα αυγά τους.

Τώρα, από το παράθυρό μου βλέπω πολλές καρακάξες. Δεν κελαηδούν όπως τα κοτσύφια, αλλά είναι πανέμορφα πουλιά. Μία τυπική φωτογραφία μπορείτε να βρείτε εδώ (γερμανική βικιπαίδεια). Προχτές μάλιστα, μία ήρθε και κάθησε στο περβάζι, την ώρα που έβλεπα τηλεόραση. Ήθελε να δει τι είναι μέσα, προφανώς… Της άφησα λίγα müsli, αλλά ακόμα δεν τα είδε μάλλον.

Βάζοντας σε γνωστή μηχανή αναζήτησης το λήμμα «κότσυφας» ή «καρακάξα» (στα ελληνικά), από τα πρώτα πρώτα βγαίνουν σελίδες κυνηγετικού περιεχομένου, για θηράματα. Αντί να τρέχουν στα δάση να τα φωτογραφίσουν ή να ηχογραφήσουν το τραγούδι τους, τα σκοτώνουν και τα τρώνε, οι «φυσιολάτρες» Έλληνες κυνηγοί.

Ποδηλασία στο Τέγκελ

September 10th, 2007

Χτες και προχτές ξεκίνησα ένα καινούριο χόμπι: 2 ώρες πριν κοιμηθώ (≈10μμ, νάνι) κάνω μισή ώρα γρήγορο ποδήλατο στο πάρκο Ρέεμπέργκε. Νύχτα; νύχτα. Στην αρχή είχα τις αμφιβολίες μου, σχετικά με τον κίνδυνο που μπορεί να εμφωλεύει εκεί κατά τις ώρες του λυκόφωτος, όμως ευτυχώς δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας, καθώς το πάρκο είναι γεμάτο με διάφορους περιπατητές, ποδηλάτες και κυρίως δρομείς που, γυρίζοντας από τη δουλειά, το ρίχνουν στο λαχάνιασμα και στο ίδρωμα.

Αλήθεια, μετά από μια ημέρα στυψίματος του εγκεφάλου, είναι απόλαυση να τρέχεις ανάμεσα στα δέντρα με το ποδήλατο, να ιδρώνεις και μετά να κάνεις ένα ζεστό ντους στο σπίτι. Και είναι και τζάμπα (άσχετα αν την Παρασκευή πήγα να αλλάξω σέλα και λάμπα, 32€).

Για το Σαββατοκύριακο καθιέρωσα μια πιο μεγάλη διαδρομή: τον γύρο του αεροδρομίου του Τέγκελ.

Γύρω από το αεροδρόμιο του Τέγκελ υπάρχει ένα δάσος και διάφορες άλλες δασωμένες εκτάσεις. Πήγα την προηγούμενη Κυριακή το απόγευμα. Ξεκίνησα από την Nordufer και ανακάλυψα ένα δρόμο που οδηγεί σε ένα στενότατο μονοπάτι, πάντα δίπλα στο κανάλι. Μετά έστριψα δεξιά σε κάτι «αποικίες» και οδήγησα στο δάσος βορείως του αεροδρομίου. Κάποια φορά θα αράξω εκεί να βλέπω τα αεροπλάνα, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό όταν προσγειώνονται (λόγω εγγύτητας). Πήγα πήγα ώσπου έφτασα στην Φλούγκχάφεν Ζέε. Στον όχθη της είχαν κατασκηνώσει κάτι τύποι (μάλλον μεθυσμένοι). Ένας μάλιστα μπανιαριζόταν στη λίμνη με σαπούνι! (αν είναι δυνατόν…) Πέρασα σε μία γέφυρα και σταμάτησα σε ένα κιόσκι πάνω από τα νερά. Ο ήλιος έδυε και τα νερά ανακλούσαν το φως του παιχνιδίζοντας στην κάτω μεριά της σκεπής του κιοσκιού. Η εικόνα αυτή μου θύμισε έντονα Ελλάδα το καλοκαίρι στη θάλασσα. Κρίμα που δεν πήγα, αλλά είχα τη μετοκόμιση.

«Οι άνθρωποι και τα φυτά ζουν την ζωήν των»

August 28th, 2007

Με τον υπέροχο αυτόν στίχο ας ξεκινήσει η νέα φάση του Δροσέλτη στο Βερολίνο. Και «ζω την ζωή μου», σημαίνει –για μένα– εργάζομαι, μαθαίνω, μετακινούμαι, επικοινωνώ, γνωρίζω ανθρώπους, διασκεδάζω, τρώω, κοιμάμαι, ψυχαγωγούμαι, αθλούμαι, αρρωσταίνω, θεραπεύομαι. Όλα αυτά, στο Μπερλίν, εν έτει 2007μ.Χ. και εξής. Για να πάρετε κι εσείς μια ιδέα τι θα πει να ζεις εδώ ως φοιτητής και (part of) part-time εργαζόμενος.